Κάθετα αντίθετοι στη διάθεση γυαλιών ηλίου από μη οπτικά καταστήματα, χωρίς την παρουσία οπτικού – οπτομέτρη είναι οι οπτικοί της Καρδίτσας και εκφράζουν έντονη ανησυχία μετά από τις σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Υγείας.
Συγκεκριμένα όπως και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Οπτικών Οπτομετρών έτσι και οι οπτικοί της Καρδίτσας εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη Δημόσια Υγεία, με αφορμή πρόσφατες εγκυκλίους του Υπουργού Υγείας κ. Άδωνι Γεωργιάδη, που επιτρέπουν τη διάθεση γυαλιών ηλίου από μη οπτικά καταστήματα, χωρίς την υποχρεωτική παρουσία διπλωματούχου Οπτικού – Οπτομέτρη. Οι οπτικοί κάνουν λόγο για σοβαρή θεσμική απορρύθμιση στον τομέα της οπτικής υγείας και ζητούν άμεση ανάκληση των επίμαχων ρυθμίσεων.
Η συμπολίτισσα οπτικός κ. Ειρήνη Καμινιώτη μιλώντας στο “ΝΑ” τόνισε ότι τα γυαλιά ηλίου δεν είναι ένα κόσμημα ή ένα απλό αξεσουάρ αλλά ένα μέσο προστασίας των ματιών από την υπεριώδη ακτινοβολία. “Η πώλησή τους χωρίς τη παρουσία ειδικού μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη επιλογή φακών, οι οποίοι μπορεί να μην προστατεύουν τα μάτια με επιπτώσεις στην υγεία του” υπογράμμισε η κ. Καμινιώτη ενώ αναφέρθηκε ειδικά στα παιδικά γυαλιά και την ειδική και προσεγμένη φροντίδα που χρειάζονται κατά την επιλογή γυαλιών ηλίου.
Σημειώνεται ότι πρόσφατα σε συνέντευξη τύπου ο Πανελλήνιος Σύλλογος Οπτικών Οπτομετρών κατήγγειλε ότι οι εγκύκλιοι εκδόθηκαν χωρίς προηγούμενη διαβούλευση ή γνωμοδότηση του αρμόδιου φορέα ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, δημιουργώντας συνθήκες «εικονικής επιστημονικής ευθύνης». Ένας Οπτικός μπορεί πλέον να εμφανίζεται υπεύθυνος σε πολλαπλά σημεία πώλησης χωρίς φυσική παρουσία, μετατρέποντας την επιστημονική ευθύνη σε τυπική υπογραφή χωρίς πραγματικό έλεγχο – νομικό άλλοθι για τις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες. Σύμφωνα με τον ΠΣΟΟ–ΝΠΔΔ, οι επίμαχες εγκύκλιοι τροποποιούν στην πράξη το περιεχόμενο του νόμου 971/1979, γεγονός που χαρακτηρίζεται ως θεσμικά μη αποδεκτό και επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Παράλληλα, ο Σύλλογος επανέφερε το αίτημα υπαγωγής των γυαλιών οράσεως, των φακών επαφής, των υγρών συντήρησης και των σχετικών υπηρεσιών σε μειωμένο ή υπερμειωμένο συντελεστή ΦΠΑ. Η πρόταση αυτή εναρμονίζεται με το ευρωπαϊκό δίκαιο και τα ισχύοντα επαγγελματικά πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την ουσιαστική αναβάθμιση των υπηρεσιών όρασης. Η υφιστάμενη φορολογική επιβάρυνση λειτουργεί αποτρεπτικά για την πρόσβαση των πολιτών σε βασικά προϊόντα και υπηρεσίες υγείας, καθώς η όραση αποτελεί θεμελιώδες αγαθό υγείας και όχι καταναλωτικό είδος πολυτελείας.
Ο Σύλλογος έθεσε εκ νέου επιτακτικά και το ζήτημα της θεσμικής κατοχύρωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των Οπτικών – Οπτομετρών. Μετά την απόφαση 1513/2022 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ανέδειξε ότι το σχετικό πλαίσιο δεν μπορεί να ρυθμίζεται αποσπασματικά με διοικητικές πράξεις, παραμένει επιτακτική η ανάγκη θεσμοθέτησης ενιαίου και σύγχρονου πλαισίου με νόμο ή Προεδρικό Διάταγμα. Η συνεχιζόμενη εκκρεμότητα δημιουργεί θεσμική και νομική ανασφάλεια στους επαγγελματίες και στους φοιτητές των σχολών Οπτικής-Οπτομετρίας, ενώ στερεί από τους πολίτες ολοκληρωμένες υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας όρασης.
«Η όραση είναι δημόσιο αγαθό υγείας. Ο πολίτης και, ιδίως, το παιδί δικαιούται ασφαλή επιλογή, επιστημονική καθοδήγηση και παρουσία διπλωματούχου Οπτικού – Οπτομέτρη. Ο Ν. 971/1979 δεν είναι διαχειριστική λεπτομέρεια. Είναι θεσμική εγγύηση δημόσιας υγείας. Οι εγκύκλιοι που επιτρέπουν τη διάθεση οπτικών προϊόντων χωρίς πραγματική επιστημονική παρουσία αλλοιώνουν το πλαίσιο προστασίας του πολίτη και δημιουργούν ψευδή εικόνα ελέγχου. Απαιτούμε την άμεση ανάκληση των εγκυκλίων, τη δίκαιη φορολογική μεταχείριση των οπτικών μέσων, την άμεση θεσμική ρύθμιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων του κλάδου και άμεσο και ουσιαστικό θεσμικό διάλογο με την Πολιτεία, με μοναδικό γνώμονα τη νομιμότητα και την ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες φροντίδας όρασης», σημειώνουν οι οπτικοί.
Τζένη Σουλτανιά











