Προσαρμογή και ανθεκτικότητα των πόλεων στη Θεσσαλία απέναντι στον πλημμυρικό κίνδυνο

Προτάσεις του ΤΜΧΠΠΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας μετά τον «Ντάνιελ»

Το σχεδιασμό ανθεκτικών πόλεων στη Θεσσαλία και την προσαρμογή τους απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα με αύξηση της ανθεκτικότητας σε πιθανά νέα πλημμυρικά φαινόμενα προτείνει το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με αφορμή τις πλημμύρες του «Ντάνιελ».

Σε μία μελέτη- παρουσίαση των θέσεων του τμήματος που είχε συνταχθεί τον Οκτώβριο του 2023 λίγο μετά τις φονικές πλημμύρες, παρουσιάζεται μια σειρά μέτρων, με γνώμονα τα δεδομένα και τα διδάγματα του «Ντάνιελ». Η μελέτη παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων για τον σχεδιασμό της Θεσσαλίας με γνώμονα πλέον την κλιματική αλλαγή και τη σημασία της πρόληψης.
Την μελέτη υπογράφουν ο Καρδιτσιώστης Καθηγητής Σεραφείμ Πολύζος, η καθηγήτρια Χριστοπούλου Όλγα και οι παρακάτω επίκουροι καθηγητές και αναπλ. Καθηγητές: Ασπρογέρακας Βαγγέλης, Γαβανάς Νίκος, Γεμενετζή Γεωργία, Γουργιώτης Ανέστης, Κοκκάλη Ιφιγένεια, Λαγαρίας Απόστολος, Τασοπούλου Νατάσα, Χαϊνταρλής Μάριος.
Μεταξύ άλλων αναφέρονται στους προβληματισμούς για την ανθεκτικότητα του φυσικού και του δομημένου περιβάλλοντος της Θεσσαλίας στο μέλλον απέναντι στις ισχυρές «πιέσεις» που δέχεται λόγω αλλαγής των βροχομετρικών και των υδρογραφικών δεδομένων και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας είναι η περιοχή στην Ελλάδα με τις μεγαλύτερες αρνητικές επιδράσεις από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα, τρία βαθιά μετεωρολογικά χαμηλά, στα οποία δόθηκαν οι ονομασίες «Ιανός», «Daniel» και «Elias» και είχαν χαρακτηριστικά μεσογειακού κυκλώνα, έπληξαν τη Θεσσαλία με καταστροφικές συνέπειες. Σύμφωνα με μια προσεγγιστική εκτίμηση του συνολικού κόστους που προκάλεσαν τα φαινόμενο «Daniel» και «Elias», αυτό υπερβαίνει τα 5 δις €, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 2.5% του ετήσιου ΑΕΠ της χώρας.
Ανθεκτικές πόλεις
Στο μικροσκόπιο του Τμήματος μπαίνει μεταξύ άλλων ο σχεδιασμός ανθεκτικών πόλεων. Σήμερα θα επικεντρωθούμε στο συγκεκριμένο σκέλος και εντός των ημερών σε άλλες προτάσεις. Όπως τονίζεται, κρίνεται επιβεβλημένη η προσαρμογή του σχεδιασμού των πόλεων της Θεσσαλίας στις μεταβολές που επιφέρουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα με αύξηση της ανθεκτικότητας των αστικών περιοχών σε πιθανά νέα πλημμυρικά φαινόμενα.

Η ανθεκτικότητα έχει αναδυθεί ως σημαντική έννοια στη συζήτηση γύρω από την κλιματική αλλαγή, η οποία έχει αναπτυχθεί με βάση δύο κύριες προσεγγίσεις: την προσαρμογή (adaptation) και τον μετριασμό (mitigation).

(α) Η προσαρμογή αναφέρεται στην πρόβλεψη των ακραίων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι τρέχουσες και μελλοντικές επιπτώσεις της μέσω κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση της ζημίας που μπορεί να προκληθεί.

(β) Ο μετριασμός στοχεύει στην αντιμετώπιση των αιτιών και στη μείωση και σταθεροποίηση των επιπέδων των αερίων του θερμοκηπίου που παγιδεύουν τη θερμότητα στην ατμόσφαιρα, προκειμένου να αποτραπεί η κλιματική αλλαγή. Αυτές οι προκλήσεις παρέχουν την ομπρέλα για μια σειρά πολιτικών που σχετίζονται με το περιβάλλον και τις επιπτώσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε αυτό. Από τον σχετικό επιστημονικό διάλογο προκύπτει ότι, οι πόλεις και οι ευρύτερες οικιστικές περιοχές πρέπει να γίνουν ανθεκτικές σε ένα ευρύ φάσμα κραδασμών και πιέσεων προκειμένου να είναι προετοιμασμένες για την κλιματική αλλαγή. Βασικό στόχο αποτελεί η δημιουργία περιοχών ικανών να ανταποκρίνονται, να προσαρμόζονται και να αλλάζουν, ως απάντηση σε διαφορετικές πιέσεις και φυσικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται.

Οι αυξανόμενες πιέσεις επιφέρουν μία σειρά από επιπτώσεις τόσο στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, όσο και στον περιβαλλοντικό. Αναγνωρίζοντας τα τρωτά σημεία των αστικών / οικιστικών περιοχών, ο μελλοντικός σχεδιασμός οφείλει να διαμορφώνει κατευθύνσεις και πολιτικές διασφαλίζοντας ζητήματα πρόληψης και διαχείρισης των καταστροφών.
Υπογραμμίζει ότι πέρα από τα αναγκαία τεχνικά έργα που θα πρέπει να οργανωθούν συνολικά και στρατηγικά σε επίπεδο περιφέρειας, κρίνεται αναγκαίος ο ανασχεδιασμός στην τοπική κλίμακα με στόχο τη διασφάλιση υψηλότερης ανθεκτικότητας των οικισμών και των συνδεδεμένων με αυτούς παραγωγικών δραστηριοτήτων. Αυτός οφείλει να λάβει υπόψη του τα νέα δεδομένα που διαμορφώνει η κλιματική αλλαγή, και να προχωρήσει σε μία δέσμη ρυθμιστικών μέτρων για την προσαρμογή (adaptation) απέναντι σε μελλοντικές απειλές.

Στο πλαίσιο αυτό είναι αναγκαίο να συνεξεταστούν κρίσιμοι τοπικοί παράγοντες όπως η γεωμορφολογία, το πολεοδομικό καθεστώς και οι υφιστάμενες χρήσεις γης, οι διευθετήσεις των ρεμάτων, των παραποτάμων και γενικότερα των κλάδων του υδρογραφικού δικτύου, καθώς και στοιχεία πολεοδομικού προγραμματισμού όπως οι προβλεπόμενες επεκτάσεις σχεδίου συμπεριλαμβανομένων των προτεινόμενων οργανωμένων υποδοχέων. Κατά τη διαδικασία αυτή οφείλουν να ληφθούν υπόψη οι χάρτες επικινδυνότητας όπως αποτυπώνονται στα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας και άλλες σχετικές μελέτες, αλλά και τα πραγματικά δεδομένα για τις πλημμυρισμένες ζώνες όπως καταγράφονται από τις πρόσφατες δορυφορικές εικόνες της υπηρεσίας Copernicus.

Υπόγεια, ισόγεια, στέγες, ρέματα,
φυτοφράκτες, δίκτυα ομβρίων κλπ

Έχοντας υπόψη τα υδρολογικά δεδομένα και την κατάσταση που δημιουργήθηκε στους οικισμούς από τις πρόσφατες πλημμύρες στη Θεσσαλία, προτείνονται τα εξής γενικά μέτρα:

(α) Ο πολεοδομικός σχεδιασμός οφείλει να ολοκληρωθεί και να αναθεωρηθεί, δίνοντας έμφαση στην αποτροπή της εκτός σχεδίου δόμησης και της εγκατάστασης δραστηριοτήτων (πέραν της κυρίαρχης σήμερα αγροτικής χρήσης) εντός των «εν δυνάμει» πλημμυρικών ζωνών.

(β) Ιδιαίτερη έμφαση μπορεί να δοθεί σε λύσεις που βασίζονται στη φύση (Nature-based solutions), ώστε να διασφαλιστεί η περιβαλλοντική προστασία των τοπικών παραποτάμιων οικοσυστημάτων σε συνδυασμό με την ενίσχυση της οικιστικής ανθεκτικότητας. Η υιοθέτηση πρότυπων οικολογικών πρακτικών για την αγροτική παραγωγή και πιθανές δράσεις αποκατάστασης του θεσσαλικού τοπίου (ενίσχυση της αυτόχθονης βλάστησης, επαναφορά φυτοφρακτών κ.ά.) θα μπορούσε να προσδώσει και μία εναλλακτική αναπτυξιακή προοπτική (στροφή στον οικο- και άγρο- τουρισμό) και να διασφαλίσει τη βιώσιμη διαχείριση του εδάφους, των φυσικών πόρων και του οικοσυστήματος.

(γ) Η μετεγκατάσταση ορισμένων οικισμών ή περιοχών τους κρίνεται αναγκαία με βάση τα νέα υδρολογικά δεδομένα ως αναγκαία. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στους πλημμυροπαθείς οικισμούς της Θεσσαλίας και τα νέα δεδομένα επιβάλλουν τη διαρκή προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή. Έτσι, σήμερα αναδεικνύεται το ζήτημα της πιθανής διερεύνησης εναλλακτικών (γειτονικών) τοποθεσιών για τη στέγαση του πληθυσμού, κατά προτεραιότητα για τους οικισμούς που παρουσιάζουν σήμερα τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα. Το ζήτημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με κοινωνική ευαισθησία και συμμετοχικές διαδικασίες, ώστε να μην αλλοιωθεί το υπόδειγμα κατοίκησης και ο τρόπος ζωής των τοπικών αγροτικών κοινωνιών. Γενικότερα, η διασφάλιση επαρκούς χωρικής ανθεκτικότητας στο υφιστάμενο οικιστικό δίκτυο κρίνεται απαραίτητη για τη συγκράτηση μίας -ιδιαίτερα πιθανής σήμερα- «εξαναγκασμένης» αγροτικής εξόδου με μετανάστευση πληθυσμού στα αστικά κέντρα.

Κατά τη διαδικασία μίας τέτοιας ολοκλήρωσης του πολεοδομικού σχεδιασμού στις πληγείσες περιοχές, πολύ σημαντική παράμετρος είναι η διαδημοτική συνεργασία και ο συντονισμός της εφαρμογής των υιοθετούμενων λύσεων, η οποία μπορεί να προκύψει από την εναρμόνιση με έναν νέο σχεδιασμό χωροταξικού επιπέδου.

(δ) Στο παραπάνω πλαίσιο, ο ρόλος του πολεοδομικού σχεδιασμού, τόσο για τις εντός όσο και για τις εκτός σχεδίου περιοχές, αναδεικνύεται καθοριστικός. Τα διαθέσιμα σήμερα εργαλεία στο ελληνικό σύστημα σχεδιασμού είναι σε θέση να διαμορφώσουν συνθήκες ανθεκτικότητας για τα οικιστικά και ευρύτερα χωρικά συστήματα, αφενός προωθώντας πολιτικές και δράσεις και αφετέρου θεσπίζοντας ειδικούς όρους δόμησης και λοιπούς περιορισμούς, όπως για παράδειγμα η απαγόρευση των υπογείων και υποχρεωτική υπερύψωση των ισογείων κατά 1 m σε πεδινούς οικισμούς και παρόχθιες αστικές ζώνες, η κατασκευή οικοδομών επί Pilotis στις αστικές περιοχές της Λάρισας ή του Βόλου που βρίσκονται υπό πλημμυρικό κίνδυνο κ.λ.π.

Εκτός των προαναφερθέντων, επισημαίνεται ότι το περιεχόμενο των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων έχει εμπλουτιστεί, για να συμπεριλάβει νέα αντικείμενα, όπως είναι η κλιματική αλλαγή και η διαχείριση φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών. Επίσης, τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια μπορούν να καταρτιστούν για προγράμματα αντιμετώπισης των συνεπειών από φυσικές καταστροφές. Αυτό που κρίνεται αναγκαίο είναι η εξειδίκευση των προδιαγραφών των οικείων μελετών και η ύπαρξη σαφούς καθοδήγησης από την κεντρική διοίκηση προς τους μελετητές και τους έχοντες την ευθύνη παρακολούθησης των οικείων μελετών σχετικά με τον τρόπο «μετάφρασης» των σχετικών εννοιών και την πρακτική απόδοσή τους σε ένα πολεοδομικό σχέδιο, ώστε να μην παραμείνουν απλώς οραματικές δηλώσεις. Σημαντική, επίσης, είναι η ουσιαστική σύνδεση του επιπέδου διαχείρισης με το επίπεδο του σχεδιασμού, που επίσης αναδεικνύεται από τις προδιαγραφές των μελετών, καθώς προβλέπεται η ένταξη των πολεοδομικών χαρτών στα επιχειρησιακά σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών σε «προ-καταστροφικό και μετα-καταστροφικό επίπεδο».

Η άμεση – επείγουσα προώθηση Τοπικών / Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ/ΕΠΣ) στις πληγείσες από τις πρόσφατες πλημμύρες περιοχές αποτελεί επιτακτική ανάγκη, ώστε να αντιμετωπιστούν τα αναφερόμενα στο παρόν ζητήματα και να θεσμοθετηθούν οι όροι και οι συνθήκες μιας περισσότερο ανθεκτικής ανάπτυξης στο μέλλον. Η προβλεπόμενη υποχρεωτική οριοθέτηση των υδατορεμάτων στις προς πολεοδόμηση περιοχές από τα ΤΠΣ/ΕΠΣ συνιστά ένα σημαντικό βήμα προς την αποφυγή παρόμοιων θλιβερών καταστάσεων στο μέλλον, που προκύπτουν ή επιδεινώνονται από το κυρίαρχο μέχρι σήμερα πρότυπο οικιστικής ανάπτυξης.

Εντούτοις, με δεδομένο ότι ο ανασχεδιασμός στις ήδη διαμορφωμένες οικιστικές περιοχές δεν μπορεί να επιβάλει δραστικές αλλαγές (όπως η επαναδιευθέτηση της κοίτης των κλάδων του υδρογραφικού δικτύου), η έμφαση πρέπει να δοθεί στον αστικό σχεδιασμό και κυρίως στη διαχείριση των πράσινων, μπλε και γκρι υποδομών. Η μείωση της εξάρτησης από τις συμβατικές «γκρι» υποδομές σε συνδυασμό με την αύξηση του δικτύου των πράσινων -και όπου είναι δυνατό και των μπλε- υποδομών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για το σχεδιασμό και τις πολιτικές στο αστικό επίπεδο.

Αναλυτικότερα στην εφημερίδα Νέος Αγών
Κώστας Παλαιός

Τελευταίες Ειδήσεις Σήμερα

Ο ΝΕΟΣ ΑΓΩΝ στο Google News
Ακολούθησε την εφημερίδα ΝΕΟΣ ΑΓΩΝ στο Google News!
Όλες οι εξελίξεις στην περιοχή της Καρδίτσας και ευρύτερα της Θεσσαλίας