Ο καθηγητής Υδρολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Μιγκίρος εξηγεί στο «Μαγκαζίνο της Θεσσαλίας» τους γεωλογικούς και υδρολογικούς λόγους που κάνουν το Πήλιο ευάλωτο στις πλημμύρες – Τα αναγκαία έργα στα ορεινά, οι οριοθετήσεις των ρεμάτων, το ερώτημα για τις ανεμογεννήτριες και οι καθυστερήσεις στα μεγάλα φράγματα της Θεσσαλίας

Οι πλημμύρες στο Πήλιο δεν αποτελούν απλώς αποτέλεσμα μιας έντονης βροχόπτωσης. Συνδέονται με τη γεωλογική σύσταση της περιοχής, τις μεγάλες κλίσεις του εδάφους, τη μορφολογία των ρεμάτων και, κυρίως, με την ανάγκη να υπάρξει ολοκληρωμένος σχεδιασμός αντιπλημμυρικής προστασίας, από τις ορεινές πλαγιές μέχρι τις εκβολές στη θάλασσα.

Αυτή την πολυπαραγοντική διάσταση του προβλήματος ανέδειξε ο καθηγητής Υδρολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μιγκίρος, μιλώντας στο «Μαγκαζίνο της Θεσσαλίας», με αφορμή τις νέες καταστροφές στο Νότιο Πήλιο. Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στα έργα αποκατάστασης που απαιτούνται μετά τις πλημμύρες, αλλά επεκτάθηκε στο τι πρέπει να γίνει για να περιοριστεί ο κίνδυνος επανάληψης αντίστοιχων φαινομένων.

Ο φλύσχης και οι μεγάλες κλίσεις επιταχύνουν την απορροή

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι η γεωλογική σύσταση του Πηλίου. Η παρουσία φλύσχη και γενικότερα πετρωμάτων με χαμηλή αντοχή στη διάβρωση, σε συνδυασμό με τις απότομες πλαγιές, δημιουργεί συνθήκες αυξημένης επιφανειακής απορροής.

Όταν εκδηλώνονται έντονες βροχοπτώσεις, σημαντικές ποσότητες νερού δεν προλαβαίνουν να διηθηθούν στο έδαφος και κατευθύνονται γρήγορα προς τις χαμηλότερες περιοχές. Ταυτόχρονα, η διάβρωση μπορεί να παρασύρει χώματα, πέτρες, κορμούς και άλλα φερτά υλικά, τα οποία μεταφέρονται μέσα από τις κοίτες των χειμάρρων.

Οι μεγάλες κλίσεις των ρεμάτων επιταχύνουν την κίνηση του νερού, αυξάνοντας την ταχύτητα και την ορμή του όταν φτάνει στους οικισμούς και στις παράκτιες ζώνες. Έτσι, ακόμη και ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα έντονης βροχόπτωσης μπορεί να προκαλέσει απότομη άνοδο της στάθμης και επικίνδυνες πλημμυρικές αιχμές.

Γιατί είναι απαραίτητα τα έργα ορεινής υδρονομίας

Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται η ορεινή υδρονομία. Πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν περιορίζονται στον καθαρισμό των ρεμάτων, αλλά επιχειρούν να διαχειριστούν το νερό στην ορεινή λεκάνη απορροής, πριν αυτό συγκεντρωθεί και φτάσει με μεγάλη ταχύτητα στους οικισμούς.

Μικρά φράγματα ανάσχεσης, αναβαθμοί, έργα συγκράτησης φερτών υλικών, διευθέτηση χειμάρρων και παρεμβάσεις στη δασική βλάστηση μπορούν, εφόσον σχεδιαστούν σωστά, να επιβραδύνουν την απορροή, να περιορίσουν τη διάβρωση και να μειώσουν την ένταση των πλημμυρικών αιχμών.

Το κρίσιμο είναι οι παρεμβάσεις να γίνουν συνολικά και με βάση τα υδρολογικά χαρακτηριστικά κάθε λεκάνης απορροής. Ένας καθαρισμός στην κοίτη ενός ρέματος μπορεί να είναι αναγκαίος, δεν υποκαθιστά όμως τα έργα που απαιτούνται ψηλότερα, στις πλαγιές και στις ορεινές διαδρομές του νερού.

Η πρόσφατη εμπειρία του Πλατανιά έδειξε ότι η αντιπλημμυρική προστασία δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται να εξετάζεται ολόκληρη η διαδρομή του νερού, από τα σημεία όπου πέφτει η βροχή μέχρι τη θάλασσα.

Οριοθέτηση ρεμάτων και ακτογραμμές: Πού μπορεί να αναπτυχθεί ο οικισμός;

Εξίσου σημαντική είναι η οριοθέτηση των ρεμάτων, καθώς καθορίζει τη φυσική κοίτη, τις ζώνες πλημμύρας και τα περιθώρια ασφαλούς παρέμβασης. Χωρίς ολοκληρωμένες υδρολογικές και υδραυλικές μελέτες, είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια τα έργα που απαιτούνται σε κάθε σημείο.

Η Περιφέρεια Θεσσαλίας έχει αναφερθεί σε διαδικασίες οριοθέτησης σε 22 σημεία του Νοτίου Πηλίου. Η αντιπεριφερειάρχης Μαγνησίας Άννα Μαρία Παπαδημητρίου έχει επισημάνει ότι η ολοκλήρωσή τους θα συμβάλει στον προσδιορισμό των αναγκαίων παρεμβάσεων.

Παράλληλα, η σχέση των ρεμάτων με την παράκτια ζώνη έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι εκβολές πρέπει να διατηρούν την απαραίτητη παροχετευτικότητα, χωρίς τεχνικά εμπόδια που μπορεί να προκαλέσουν ανάσχεση των υδάτων. Η χωροθέτηση δρόμων, γεφυρών, προσωρινών διαβάσεων και άλλων κατασκευών πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τη φυσική κοίτη όσο και τη δυνατότητα ασφαλούς εκτόνωσης του νερού προς τη θάλασσα.

Ανεμογεννήτριες στο Νότιο Πήλιο: Ενεργειακή ανάπτυξη ή πρόσθετη πίεση στο δάσος;

Ένα ακόμη ζήτημα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία είναι η συζήτηση για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στην περιοχή του Νοτίου Πηλίου. Το ερώτημα δεν αφορά μόνο την ενεργειακή αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού, αλλά και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις συνοδευτικές παρεμβάσεις.

Η διάνοιξη δρόμων πρόσβασης, οι εκσκαφές για τις βάσεις των ανεμογεννητριών και οι πιθανές αποψιλώσεις δασικών εκτάσεων μπορούν να μεταβάλουν τις συνθήκες απορροής, εφόσον δεν σχεδιαστούν με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους. Η απώλεια της δασικής κάλυψης και η διατάραξη του εδάφους ενδέχεται να ενισχύσουν τη διάβρωση και τη μεταφορά φερτών υλικών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αιολικό έργο οδηγεί αυτομάτως σε επιδείνωση των πλημμυρών. Σημαίνει, όμως, ότι σε μια περιοχή με τις γεωλογικές και υδρολογικές ιδιαιτερότητες του Πηλίου απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων, με ειδική εξέταση των λεκανών απορροής, των δασικών εκτάσεων και των δρόμων που θα χρειαστεί να διανοιχθούν.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορεί να υπάρξει ενεργειακή ανάπτυξη χωρίς να υπονομεύεται η φυσική λειτουργία των ορεινών οικοσυστημάτων και η αντιπλημμυρική προστασία των οικισμών.

Τα φράγματα που καθυστερούν και η θωράκιση της θεσσαλικής πεδιάδας

Η συζήτηση για το Πήλιο οδηγεί αναπόφευκτα και στα μεγάλα αντιπλημμυρικά έργα που εκκρεμούν στη Θεσσαλία. Τα φράγματα στον Ενιπέα, στη Σκοπιά, στο Μουζάκι και στην Πύλη αποτελούν κρίσιμες παρεμβάσεις για τη διαχείριση των υδάτων και την προστασία περιοχών που έχουν δοκιμαστεί από τον «Daniel».

Ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας έχει επανειλημμένα επισημάνει τις καθυστερήσεις στα συγκεκριμένα έργα. Σε παρέμβασή του τον Ιούνιο του 2026 είχε αναφέρει ότι το φράγμα του Ενιπέα προχωρούσε με αργούς ρυθμούς, ενώ τα έργα σε Πύλη και Μουζάκι παρέμεναν επίσης σε εκκρεμότητα. Είχε ζητήσει σαφές χρονοδιάγραμμα για την υλοποίησή τους, υποστηρίζοντας ότι η ολοκλήρωσή τους, σε συνδυασμό με τα έργα ορεινής υδρονομίας, θα ενίσχυε ουσιαστικά την αντιπλημμυρική προστασία της Θεσσαλίας.

Ιδιαίτερα για την ορεινή υδρονομία στη Μαγνησία, ο κ. Κουρέτας έχει δηλώσει ότι οι μελέτες αναμένεται να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του 2026 και ότι η έναρξη των εργασιών τοποθετείται την άνοιξη του 2027, με προϋπολογισμό περίπου 25 εκατ. ευρώ.

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: γιατί τρία χρόνια μετά τον «Daniel» σημαντικά έργα εξακολουθούν να βρίσκονται σε στάδιο μελετών ή να προχωρούν με αργούς ρυθμούς; Και πόσο διαφορετική θα ήταν η εικόνα στις πρόσφατες πλημμύρες εάν είχαν ήδη υλοποιηθεί οι παρεμβάσεις στην ορεινή ζώνη;

Το Πήλιο δεν χρειάζεται μόνο αποκαταστάσεις, χρειάζεται σχέδιο

Οι νέες πλημμύρες στο Νότιο Πήλιο επαναφέρουν με δραματικό τρόπο το ζήτημα της πρόληψης. Η γεωλογία της περιοχής, ο φλύσχης, οι μεγάλες κλίσεις και η πυκνή δικτύωση των χειμάρρων δεν μπορούν να αλλάξουν. Μπορεί, όμως, να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζονται οι υποδομές και αντιμετωπίζεται το νερό.

Η ορεινή υδρονομία, η οριοθέτηση των ρεμάτων, η προστασία της δασικής βλάστησης, οι ασφαλείς γέφυρες και η διατήρηση ελεύθερων των εκβολών αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Αν ένας από αυτούς απουσιάζει, το πρόβλημα μεταφέρεται στον επόμενο, μέχρι να φτάσει στον οικισμό.

Το Πήλιο δεν μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε νέα κακοκαιρία ως ένα απρόβλεπτο γεγονός που απαιτεί απλώς αποκατάσταση των ζημιών. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής, με επιστημονική τεκμηρίωση, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και έργα που θα ξεκινούν από τα βουνά και θα φτάνουν μέχρι τη θάλασσα. Γιατί η πραγματική αντιπλημμυρική προστασία δεν αρχίζει όταν το νερό φτάσει στα σπίτια, αλλά πολύ ψηλότερα, εκεί όπου ξεκινά η διαδρομή του.

Τελευταίες Ειδήσεις Σήμερα

Ο ΝΕΟΣ ΑΓΩΝ στο Google News
Ακολούθησε την εφημερίδα ΝΕΟΣ ΑΓΩΝ στο Google News!
Όλες οι εξελίξεις στην περιοχή της Καρδίτσας και ευρύτερα της Θεσσαλίας