«Αγαπητή κυρία Ιφιγένεια Μαχαίρα, να είσαι περήφανη για τους γονείς σου και να τιμάς τη μνήμη τους. Προσωπικά, τους ευγνωμονώ, τους ευχαριστώ και ήταν στόχος ζωής για εμένα να είμαι σήμερα εδώ για να πω αυτά τα λόγια». Με αυτές τις δύο λιτές, αλλά μεστές περιεχομένου και γεμάτες ευγνωμοσύνη φράσεις, ο 98χρονος Βίκτωρ Βενουζίου, με φωνή που έσπαγε από συγκίνηση, απευθύνθηκε στην Ιφιγένεια Μαχαίρα, κόρη του Ηλία και της Μαρίας Μαχαίρα, που έσωσαν τον ίδιο, τους γονείς και τα άλλα δύο αδέλφια του από το μένος της ναζιστικής μηχανής θανάτου.
Στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε χθες στη Θεσσαλονίκη, για την απονομή του τίτλου των Δικαίων των Εθνών του Ιδρύματος Yad Vashem στους Ηλία και Μαρία Μαχαίρα, οι οποίοι δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, το δίπλωμα και το μετάλλιο παρέλαβε η κόρη τους, Ιφιγένεια, από την πρέσβη του Ισραήλ στην Ελλάδα, Πνινάτ Γιανάι. Η διάκριση απονεμήθηκε στη μνήμη των γονιών της, τους οποίους η ίδια περιέγραψε ως «ανθρώπους της προσφοράς, που δεν ζητούσαν ποτέ ανταλλάγματα». Παράλληλα, αναφέρθηκε με συγκίνηση και στην αδελφή της, η οποία έφυγε από τη ζωή πριν από λίγους μήνες και είχε υποδεχθεί με μεγάλη χαρά την είδηση της βράβευσης, όταν αυτή έγινε γνωστή στην οικογένεια.
Λίγο νωρίτερα, η πρέσβης του Ισραήλ, στην ομιλία της στην εκδήλωση που διοργανώθηκε στο Κοινοτικό Κέντρο της ΙΚΘ, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπική ιστορία του Βίκτωρα Βενουζίου, αλλά και στη διαχρονική σημασία της πράξης του Ηλία και της Μαρίας Μαχαίρα. Απευθυνόμενη στον 98χρονο επιζώντα, συνέδεσε το παιδί που κάποτε αναζητούσε καταφύγιο από τους Ναζί με τον ηλικιωμένο άνδρα που βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους οι οποίοι τιμούν εκείνους που του έσωσαν τη ζωή.
Από τον Βίκτωρα Βενουζίου, η πρέσβης στράφηκε στην οικογένεια των ανθρώπων που έσωσαν τη ζωή του ίδιου και της οικογένειάς του, απευθύνοντας έναν ιδιαίτερα θερμό λόγο στην Ιφιγένεια Μαχαίρα. Την κάλεσε να αναλογιστεί ποιοι ήταν οι γονείς της εκείνη την εποχή: ένα νεαρό ζευγάρι που μόλις ξεκινούσε την κοινή του ζωή και το οποίο, χωρίς να επιδιώξει ποτέ την αναγνώριση, έμελλε να συνδέσει για πάντα το όνομά του με μία από τις σημαντικότερες πράξεις ανθρωπιάς της περιόδου της Κατοχής.
Η ομιλία της κ. Γιανάι ολοκληρώθηκε με αναφορά στον δεσμό Ελλάδας και Ισραήλ, έναν δεσμό που, όπως υπογράμμισε, δεν εξαντλείται στις σχέσεις μεταξύ δύο κρατών, αλλά θεμελιώνεται και στους ανθρώπους, στην κοινή ιστορική μνήμη και στις πράξεις αλληλεγγύης.
Παίρνοντας στη συνέχεια τον λόγο, τόσο ο Βίκτωρ Βενουζίου όσο και η αδελφή του Λούση Βενουζίου – Στρούμτσα, εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους στην οικογένεια Μαχαίρα και αναφέρθηκαν εκτενώς στο ιστορικό της διάσωσης: ο Βίκτωρ με μνήμες νωπές σαν να ήταν χθες και η Λούση με μνήμες από τις αφηγήσεις των δικών της ανθρώπων, αφού γεννημένη το 1942 ήταν βρέφος ακόμη, όταν άρχισε η μακρά περιπέτεια της οικογένειας.
Αλλά και η Κλαίρη Βενουζίου, κόρη του αδελφού τους Μάρκου, ο οποίος δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, αναφέρθηκε εκτενώς στην ιστορία της οικογένειας και «στην ευγνωμοσύνη που χρωστάει όλη η οικογένεια στους κατοίκους του Αμάραντου και ιδίως στην οικογένεια Μαχαίρα δεδομένου ότι η δική τους δράση ήταν αυτή που έδωσε στον πατέρα μου και τ’ αδέλφια του τη δυνατότητα να επιβιώσουν και να έχουν σήμερα παιδιά κι εγγόνια».
Στη σημασία της προσφοράς ανθρώπων, όπως ο Ηλίας και η Μαρία Μαχαίρα, «που σε σκοτεινούς καιρούς διάλεξαν το φως, που αρνήθηκαν να μείνουν θεατές» και άνοιξαν το σπίτι τους και την καρδιά τους, βάζοντας σε κίνδυνο τη δική τους ζωή, αναφέρθηκε στον χαιρετισμό του ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τη σημασία εκδηλώσεων σαν τη χθεσινή για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης υπογράμμισαν σε σύντομο χαιρετισμό τους στην εκδήλωση οι υφυπουργοί Μακεδονίας και Θράκης, Κώστας Γκιουλέκας και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Νίκος Παπαϊωάννου, οι βουλευτές Α’ Θεσσαλονίκης Δημήτρης Κούβελας και Β’ Θεσσαλονίκης Θεόδωρος Καράογλου, ο πρόεδρος της δημοτικής κοινότητας Αμάραντου Καρδίτσας, Αντώνης Παπαδάτος και ο πρώην δήμαρχος της περιοχής, Βασίλης Τσαντήλας.
Το χρονικό της διάσωσης
Το ζεύγος Σολομώντα και Εσθήρ Βενουζίου ζούσαν στην Καρδίτσα με τα τρία παιδιά τους. Η πρώτη περίοδος της γερμανικής κατοχής, από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο 1941, ήταν σύντομη και οι Εβραίοι της Καρδίτσας δεν ένιωθαν διαφορετικά σε σχέση με τον χριστιανικό πληθυσμό. Αργότερα, η περιοχή πέρασε υπό ιταλικό έλεγχο. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους τον Σεπτέμβριο 1943, οι Γερμανοί εισήλθαν στην Καρδίτσα και άρχισαν να αναζητούν τους Εβραίους. Όμως ακόμη και πριν από αυτό, το καλοκαίρι του 1943, η οικογένεια Βενουζίου είχε καταφύγει στο ορεινό χωριό Φυλακτή.
Μια μέρα, τον Οκτώβριο 1943, η Εσθήρ Βενουζίου και τα παιδιά της επέστρεψαν στο σπίτι τους στην Καρδίτσα, για να πάρουν κάποια απαραίτητα αντικείμενα, και παραλίγο να συλληφθούν. Την ίδια μέρα, η Εσθήρ και τα παιδιά επέστρεψαν στο χωριό στο βουνό.
Λίγο αργότερα, η οικογένεια Βενουζίου μεταφέρθηκε στο χωριό Μαστρογιάννη (που σήμερα ονομάζεται Αμάραντος), 27 χιλιόμετρα νότια της Καρδίτσας. Το χωριό βρισκόταν στο βουνό και δεν ήταν εύκολα προσβάσιμο λόγω έλλειψης ασφαλτοστρωμένων δρόμων. Εκείνη την περίοδο, το χωριό βρισκόταν υπό τον έλεγχο Ελλήνων ανταρτών και, πιθανότατα για αυτόν τον λόγο, συγκεντρώθηκαν εκεί αρκετές δεκάδες εβραϊκές οικογένειες από την Καρδίτσα και άλλες πόλεις. Τα πέντε μέλη της οικογένειας Βενουζίου φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του Ηλία Μαχαίρα και της συζύγου του Μαρίας και έμειναν εκεί από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο 1944. Οι οικοδεσπότες γνώριζαν, όπως και όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ότι οι Εβραίοι είχαν έρθει στο χωριό τους για να βρουν καταφύγιο από τους Γερμανούς. Κάθε Τετάρτη, οι αγρότες του Αμάραντου πήγαιναν στην αγορά της Καρδίτσας και κανείς τους δεν ενημέρωσε ποτέ τους Γερμανούς ότι υπήρχαν Εβραίοι στο χωριό τους.
Ο Ηλίας και η Μαρία Μαχαίρα ήταν νεόνυμφο ζευγάρι, χωρίς παιδιά, και ζούσαν στο σπίτι των γονιών του Ηλία, του Λεωνίδα και της Αγαπούλας. Γνωρίζοντας ότι οι Εβραίοι φιλοξενούμενοί τους δύσκολα μπορούσαν να συντηρηθούν μόνοι τους, η οικογένεια Μαχαίρα δεν ζήτησε ποτέ κανένα οικονομικό αντάλλαγμα. Κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο, ο Σολομών Βενουζίου κέρδιζε τα προς το ζην από μικροεμπόριο ανάμεσα στα χωριά της περιοχής. Κατόπιν αιτήματός του, ο Ηλίας Μαχαίρας του έφερνε από την Καρδίτσα διάφορα είδη για να τα μεταπωλήσει. Οι φιλικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο οικογένειες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής.
Ο Βίκτωρ Βενουζίου, το μεγαλύτερο παιδί του Σολομώντα και της Εσθήρ, έφυγε από την Καρδίτσα για τη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1960 και για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας της Καρδίτσας. Το 2017 ανέλαβε την πρωτοβουλία για την κατασκευή ενός μνημείου στο χωριό Αμάραντος, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους κατοίκους της περιοχής που έσωσαν 82 Εβραίους από την Καρδίτσα και άλλες περιοχές.
Το 1997 ο Βίκτωρ Βενουζίου κατέγραψε σε βίντεο τη μαρτυρία του για την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Καρδίτσας και τον αγώνα τους για επιβίωση κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.















