Στις Βρυξέλλες το τελευταίο διάστημα λαμβάνονται αποφάσεις ερήμην των αγροτών, των περιφερειών και των τοπικών κοινωνιών που μπορούν να αλλάξουν δραματικά το παραγωγικό- διατροφικό πρότυπο που μέχρι σήμερα υποστήριζε η Ενωμένη Ευρώπη. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στη συμφωνία Mercosur της οποίας τα αποτελέσματα της εφαρμογής της φάνηκαν πρόσφατα όταν ανιχνεύτηκε σαλμονέλα κατά 80% στα εισαγόμενα κατεψυγμένα κοτόπουλα από τη Βραζιλία στη χώρα μας.
Στις 17 με 18 Μαΐου αναμένεται να τεθεί σε ψηφοφορία στο ευρωκοινοβούλιο νομοθεσία για τα γενετικώς τροποποιημένα φυτά (ΓΤΟ) που με τις νέες γονιδιωματικές τεχνικές (NGT) επιχειρείται (η κατηγορία 1) να εξισωθούν με τις κανονικές καλλιέργειες άρα να μην έχουν σήμανση στο τελικό προϊόν (τα αποκαλούμενα «ήπια μεταλλαγμένα») με ότι αυτό σημαίνει για τον καταναλωτή, αλλά και το μοντέλο γεωργίας που υποστηρίζει η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Θεσσαλία, που είναι το ποιοτικό και διαφορετικό παραγόμενο προϊόν.
Ειδικά για τη Θεσσαλία αν αυτή νομοθεσία ψηφιστεί οι αρνητικές συνέπειες θα είναι πολλαπλές αφού η απελευθέρωση της καλλιέργειας ΓΤΟ θα σημάνει:
–Εξάρτηση των αγροτών από πολυεθνικές εταιρείες. Κι αυτό γιατί οι περισσότερες ΓΤΟ ποικιλίες προστατεύονται από πατέντες. Οι αγρότες συχνά πρέπει να αγοράζουν νέο σπόρο κάθε χρόνο και να εξαρτώνται από συγκεκριμένες εταιρείες.
–Πιθανή απώλεια εξαγωγικών αγορών. Σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές υπάρχει επιφυλακτικότητα απέναντι στoυς ΓΤΟ. Η Θεσσαλία εξάγει προϊόντα υψηλής ποιότητας και ΠΟΠ· αν ο κάμπος μας συνδεθεί με ΓΤΟ παραγωγή, μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά η εμπορική εικόνα των προϊόντων της (πχ φέτα, όσπρια, ρίγανη, σιτηρά, καλαμπόκι).
-Υπάρχουν επίσης σοβαροί περιβαλλοντικοί κίνδυνοι για τη μείωση της βιοποικιλότητας και την ανάπτυξη ανθεκτικών ζιζανίων, όπως και για μεταφορά γενετικού υλικού σε συμβατικές ή βιολογικές καλλιέργειες.
Σε τελική ανάλυση αυτό που διαφοροποιεί την Ελλάδα από άλλες χώρες της υφηλίου και της Ευρώπης είναι η μοναδική γεωγραφική της θέση και τα κλιματολογικά της χαρακτηριστικά που έχουν ως αποτέλεσμα μια σπάνια χλωρίδα με 2.500 ενδημικά φυτά, τα οποία μέσω της επιμόλυνσης από ΓΤΟ θα κινδυνέψουν να εξαφανιστούν.
Η συνύπαρξη ΓΤΟ και βιολογικών καλλιεργειών είναι δύσκολη. Η Θεσσαλία τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να διαφοροποιηθεί με προϊόντα μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας (όπως ρίγανη, όσπρια, αρωματικά φυτά). Ένας από τους λόγους που η χώρα κέρδισε την υπόθεση της ανακήρυξης της φέτας ως ΠΟΠ πριν από 20 περίπου χρόνια στην Ε.Ε. ήταν το επιχείρημα στον εθνικό φάκελο που καταθέσαμε τότε, ότι τα ελληνικά αιγοπρόβατα τρέφονται από τη σπάνια χλωρίδα της ελληνικής γης με τα μοναδικά χαρακτηριστικά που τη χαρακτηρίζουν.
Στη βάση αυτή στηρίχτηκε και η εξωστρέφεια στην παραγωγή αρωματικών και θεραπευτικών φυτών που καταχωρήθηκαν στην «ιατρική-φαρμακευτική τέχνη» πριν από 2.500 χρόνια στη Θεσσαλία από τον Ιπποκράτη , ενώ έχουν συνδεθεί με τους μύθους του Ασκληπιού στα ορεινά της Δυτική Θεσσαλίας και του Ολύμπου και των Κενταύρων στο Πήλιο…
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Θεσσαλία ωστόσο πιθανόν δεν είναι μόνο οι ΓΤΟ, αλλά η συνολική ανθεκτικότητα της γεωργίας απέναντι στην κλιματική αλλαγή και το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και φυσικά η γήρανση του αγροτικού της πληθυσμού και η δύσκολη εξεύρεση εργατών γης.
Κι εδώ έρχεται το δεύτερο ηχηρό ράπισμα από την Κομισιόν που προτείνει στη νέα ΚΑΠ να εξαιρεθούν από τις επιδοτήσεις οι συνταξιούχοι αγρότες, γεγονός που προκάλεσε τη σθεναρή αντίδραση και του έλληνα υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Μαργαρίτη Σχοινά αλλά και πολλών συναδέλφων του από άλλες χώρες στο τελευταίο συμβούλιο των υπουργών Γεωργίας στα τέλη Απριλίου στο Λουξεμβούργο.
Από τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat προκύπτει ότι η αγροτική βάση της Θεσσαλίας — και ιδιαίτερα της Καρδίτσας — είναι έντονα γερασμένη, πράγμα που σημαίνει ότι αν περικοπούν και οι επιδοτήσεις στους συνταξιούχους αγρότες θα έχουμε ταχύτατη εγκατάλειψη της αγροτικής γης στον κάμπο, αφού σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπάρχει διάδοχη κατάσταση, ενώ και στο τελευταίο πρόγραμμα νέων αγροτών η συμμετοχή ήταν ισχνή στη Θεσσαλία.
Στην Καρδίτσα περίπου το 40-45% των αρχηγών αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι άνω των 65 ετών, ενώ οι κάτω των 40 είναι λιγότεροι από 10%.
Η Θεσσαλία γενικά βρίσκεται πάνω από τον εθνικό μέσο όρο γήρανσης επειδή έχει μεγάλη εξάρτηση από την αγροτική οικονομία, οι νέοι μετακινούνται προς Λάρισα, Αθήνα ή εξωτερικό, και πολλά χωριά χάνουν πληθυσμό, ιδιαίτερα την τελευταία 6ετία μετά τις θεομηνίες «Ιανό» και «Ντάνιελ».
Για την Καρδίτσα ειδικά, τα στοιχεία απογραφής δείχνουν πολύ υψηλό ποσοστό ηλικιωμένων. Συγκεκριμένα στην Περιφερειακή Ενότητα Καρδίτσας οι κάτοικοι 65+ είναι περίπου 30.392 σε σύνολο 102.302 κατοίκων, δηλαδή σχεδόν 31% του πληθυσμού. Σε αρκετές αγροτικές κοινότητες το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο.
Η Ευρώπη οφείλει να σκεφτεί την περιφέρειά της και τη συνοχή της στην πράξη και όχι με θεωρητικά σχήματα και να προστατέψει την παραγωγική της βάση. Αν εγκαταλειφτεί και ο κάμπος της Καρδίτσας και της Θεσσαλίας εν γένει, θα καταρρεύσει και το σαθρό οικοδόμημα του αποκαλούμενου «κράτους των γραφειοκρατών των Βρυξελλών» και ακόμη περισσότερο του «κράτους της Αθήνας».
«Ν.Α.»










