Μια πικρή μαύρη ιστορία με φόντο το λευκό του βαμβακιού

Το 1986 όταν η Τουρκία επρόκειτο να συνδεθεί τελωνειακά με την Ε.Ε. (τότε ΕΟΚ) Πορτογαλία και Ισπανία που μόλις είχαν εισαχθεί στην Ενωμένη Ευρώπη είχαν θέσει όρους διασφάλισης και δασμούς για την προστασία της κλωστοϋφαντουργίας τους, ενώ η Ελλάδα με 400.000 θέσεις απασχόλησης τότε στο συγκεκριμένο κλάδο ήθελε να χτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους γείτονες.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν να κλείσουν τα κλωστήρια στη χώρα και το θεσσαλικό και εν γένει το ελληνικό βαμβάκι να καταλήγει στα κλωστήρια της Τουρκίας στα Άδανα και να επιστρέφει 10 φορές πάνω σε αξία στη χώρα ως βαμβακερό ένδυμα (ακόμη και οι τσολιάδες στη Βουλή έχουν φουστανέλες που ράβονται σε τουρκικά κλωστήρια) .

Στο διάστημα αυτό μόνον η Πορτογαλία ανέπτυξε φασόν σε μεγάλους οίκους όπως η «Gant» και φυσικά διατήρησε τον κλάδο ως έναν από τους πιο δυναμικούς στις εξαγωγές της που είναι σχεδόν τριπλάσιες σε σχέση με την Ελλάδα.

Τώρα πληροφορούμαι ότι πέρα από την Ολλανδία που αναπτύσσει θερμοκηπιακό βαμβάκι (αφού δεν έχει τις κλιματολογικές συνθήκες της Ελλάδας και δη της Θεσσαλίας) με γενναία χρηματοδότηση μάλιστα από την εταιρεία εμπορίας Dutch Cotton BV., και το ίδιο σκέφτεται να κάνει και η Μελόνι στην Ιταλία στην περιοχή της Καλαβρίας για να στηρίξει το fashion design του Μιλάνου.

Κι εμείς συζητάμε να διώξουμε το βαμβάκι στη Θεσσαλία με πρόταση των Ολλανδών γιατί καταναλώνει λέει πολύ νερό. Μηχανικοί και πληροφορικάριοι από τη Θεσσαλία δεν αποκλείεται σε λίγα χρόνια από τώρα – αν δεν το πράττουν ήδη- να εργάζονται σε κλωστήρια με “έξυπνες μηχανές” της Ολλανδίας και της Ιταλίας αντί στη Θεσσαλία. Σίγουρα δεν οραματιζόταν αυτή την τύχη για τον τόπο του ο Καραϊσκάκης…
Γ.Κ.