Δυστυχώς, στην ελληνική πολιτική αλλά και στην κοινωνία έχει κυριαρχήσει η αντίληψη ότι λίγο-πολύ κάθε απόφοιτος λυκείου πρέπει να εισάγεται στο πανεπιστήμιο. Αυτή η αντίληψη είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Επίσης, υπάρχει διάχυτη η άποψη ότι η μαζική εισαγωγή στα ΑΕΙ αποτελεί από μόνη της κοινωνική πρόοδο και δημοκρατική κατάκτηση. Η άποψη ακούγεται ευχάριστη και προοδευτική. Αλλά δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι ο ορισμός του λαϊκισμού. Είναι μια φενάκη. Το γιατί θα εξηγηθεί παρακάτω.
του Γιώργου Μαντάνη, Καθηγητή
του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Καταρχήν, το πανεπιστήμιο δεν είναι προέκταση του λυκείου ούτε μηχανισμός κοινωνικής απορρόφησης όλων των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι θεσμός ανώτατης εκπαίδευσης και, ως τέτοιος, προϋποθέτει βασικές γνώσεις, μαθησιακή αφοσίωση και ακαδημαϊκή προετοιμασία. Προϋποθέτει δεκάδες ώρες μελέτης. Σήμερα, σημαντικό μέρος των εισακτέων στα ελληνικά ΑΕΙ δεν έχει τις βασικές γνώσεις στην ελληνική γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική/χημεία/βιολογία. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν λύνεται με το να αποκτήσει ένας νέος έναν αριθμό μητρώου φοιτητή.
Από τα στοιχεία των πανελλαδικών εξετάσεων του 2026 προκύπτει ένα σχεδόν παράλογο συμπέρασμα: από τους 70.593 υποψηφίους που εξετάστηκαν, 63.609 τελικά εισήχθησαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, περίπου εννιά στους δέκα (δηλ. 90%!). Το ζήτημα, όμως, δεν είναι πόσους μπορούμε να εισαγάγουμε. Είναι, κυρίως, πόσους πρέπει να εισαγάγουμε με δεδομένες τις υψηλές απαιτήσεις των πανεπιστημιακών σπουδών και τις ανάγκες της κοινωνίας.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μοντέλο: «όλοι στο πανεπιστήμιο». Η πραγματικότητα είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ (2024), μόλις το 28% των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Φινλανδία και το 23% στη Σουηδία εισήχθη τον επόμενο χρόνο σε προγράμματα πρώτου πτυχίου. Δεν πρόκειται για «αντιδημοκρατικές» χώρες! Πρόκειται για προηγμένα εκπαιδευτικά συστήματα που θεωρούν αυτονόητο και απολύτως λογικό ότι οι διαθέσιμες θέσεις δεν είναι απεριόριστες και ότι η είσοδος πρέπει να συνδέεται με πραγματικές δυνατότητες. Στη Γερμανία το 2024, ποσοστό 40% των νέων παιδιών είχαν αποκτήσει πτυχίο από τα πανεπιστήμια. Παράλληλα, η Γερμανία διατηρεί ένα ισχυρό σύστημα επαγγελματικής και τεχνικής εκπαίδευσης. Στην Αυστρία το 2023 το εν λόγω ποσοστό των αποφοίτων ήταν μόνο 39%.
Και έρχεται τώρα το ελληνικό παράδοξο. Την ώρα που στην Ελλάδα διευρύνουμε σημαντικά την πρόσβαση στα ΑΕΙ, οι επιδόσεις των μαθητών γυμνασίου παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές και αυτό είναι ένα άκρως ανησυχητικό φαινόμενο για το μέλλον. Για το μέλλον της ίδιας της χώρας. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA 2025 καταγράφουν για την Ελλάδα μέση επίδοση 424 μονάδες στα μαθηματικά, 423 στην κατανόηση κειμένου και 434 στις φυσικές επιστήμες έναντι 463, 461 και 482, αντίστοιχα, που είναι οι μέσοι όροι μαθητών των χωρών του ΟΟΣΑ. Η απόσταση αυτή δεν πρέπει να αγνοείται, όταν συζητούμε για την ποιότητα και τις απαιτήσεις της ανώτατης εκπαίδευσης. Και τι πιο ειρωνικό; Οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών παραμένουν χαμηλές και η μακροχρόνια τάση δεν είναι καθόλου μα καθόλου ενθαρρυντική.
Στο πλαίσιο αυτό, η ελάχιστη βάση εισαγωγής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τιμωρία. Μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως μηχανισμός διασφάλισης ενός ελάχιστου επιπέδου γενικών γνώσεων και ακαδημαϊκής προετοιμασίας. Μήπως πρέπει αυτή η βάση να ενισχυθεί περαιτέρω στο μέλλον; Για να σπουδάσει κάποιος μηχανικός, χρειάζεται επάρκεια στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες. Για τη χημεία απαιτούνται βασικές γνώσεις της χημείας. Για τη φιλολογία, την ιστορία ή τη νομική επιστήμη απαιτείται υψηλό επίπεδο κατανόησης και χρήσης της ελληνικής γλώσσας, καθώς και ικανότητα κριτικής επεξεργασίας και σαφούς, τεκμηριωμένης γραπτής έκφρασης. Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να υποβαθμίζει τις απαιτήσεις του για να θεραπεύσει (sic!) αδυναμίες των αποφοίτων λυκείου που δημιουργήθηκαν νωρίτερα, δηλ. στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και το λύκειο. Η μεγάλη παρεξήγηση πρέπει επιτέλους να τελειώσει: δεν χρειάζονται όλοι οι νέοι πανεπιστήμιο. Πρέπει, όμως, όλοι να καταρτιστούν και να εκπαιδευτούν καλά.
Αυτό σημαίνει μια διαφορετική εκπαιδευτική φιλοσοφία στη χώρα μας. Το λύκειο πρέπει να αποσυνδεθεί από την εισαγωγή στα ελληνικά ΑΕΙ. Ωστόσο, το ερώτημα δεν πρέπει να είναι «πώς θα βάλουμε περισσότερους νέους στο πανεπιστήμιο;». Αλλά πρέπει να είναι: «πώς θα εξασφαλίσουμε για κάθε νέο άνθρωπο μια ποιοτική εκπαιδευτική διαδρομή, που να ανταποκρίνεται στις ικανότητες και στις επιθυμίες του αλλά και στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας;». Μια σύγχρονη χώρα χρειάζεται μεν επιστήμονες, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται εξειδικευμένους τεχνικούς, επαγγελματίες ηλεκτρολογίας, υδραυλικής και ψυκτικής, τεχνικούς ενεργειακών εγκαταστάσεων και αυτοματισμών, τεχνικούς μηχανημάτων και βιομηχανικού εξοπλισμού, τεχνίτες και επαγγελματίες της αγροδιατροφής και της μεταποίησης, καθώς και ειδικευμένο προσωπικό στις κατασκευές. Χρειάζεται επίσης επαγγελματίες υψηλής κατάρτισης στον τουρισμό και στη φιλοξενία, στελέχη ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και υπαλλήλους υποδοχής, όπως και επαγγελματίες σε ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών υγείας, φροντίδας, μεταφορών και ψηφιακών εφαρμογών.
Η κοινωνική επιτυχία δεν μετριέται από το πόσοι νέοι απέκτησαν ένα πανεπιστημιακό πτυχίο, αλλά από το αν κάθε νέος απέκτησε γνώσεις, κατάρτιση, δεξιότητες και έχει έτσι καλές επαγγελματικές προοπτικές. Το πραγματικό κοινωνικό ζητούμενο σήμερα είναι όχι να οδηγήσουμε τους νέους μας στην ίδια εκπαιδευτική διαδρομή, αλλά να τους εξασφαλίσουμε διαφορετικές, υψηλής ποιότητας και ισότιμα αξιοπρεπείς διαδρομές. Δεν χρειάζονται όλοι πανεπιστήμιο· χρειάζονται όλοι υψηλού επιπέδου εκπαίδευση.











