Ρεκόρ φτώχειας για τους κατοίκους, και κυρίως για τους αγρότες, του Ν. Καρδίτσας από το 2016 κι έπειτα….

ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ *

Από το δεύτερο εξάμηνο του 2016, ο μέσος όρος του κατά κεφαλήν εισοδήματος που αντιστοιχεί σε κάθε έναν από εμάς, τους κατοίκους του Νομού Καρδίτσας, λογίζεται πέριξ των 9 χιλιάδων ευρώ ετησίως μεικτά. Συνυπολογίζοντας τις κρατήσεις που επιβάλλει ο αντίστοιχος ασφαλιστικός φορέας, το φόρο εισοδήματος αλλά και τις αυξητικές τάσεις του ΕΝΦΙΑ κατά το τελευταίο φορολογικό έτος, μπορεί κανείς εύκολα να αναλογιστεί το μέγεθος του προβλήματος.

Λαμβάνοντας υπ’ όψη μας την απουσία ουσιαστικής κυβερνητικής στρατηγικής για την αγροτική ανάπτυξη και συνυπολογίζοντας, παράλληλα, την καθόλα αγροτική φυσιογνωμία του νομού μας αντιλαμβανόμαστε το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών που κατοικοεδρεύουν στην Καρδίτσα. Ποιες είναι όμως οι πραγματικές αδικίες που βιώνουν οι αγρότες και ποιος ο φαύλος κύκλος στον οποίο περιέρχονται δίχως επιστροφή; Πρόκειται για κυβερνητική παράλειψη ή μήπως για «εξοντωτικό σχεδιασμό» στο βωμό της μεγιστοποίησης του κέρδους των «καρτέλ» κάθε δυναμικής καλλιέργειας;

Ας μιλήσουμε επιτέλους τη γλώσσα της αλήθειας κι ας κάνουμε ορισμένες αναγκαίες παραδοχές. Στις μέρες μας, οι καλλιεργητές μικρής και μεσαίας κλίμακας, στην πλειοψηφία τους, ήδη από τα μέσα του πρώτου μήνα του καλοκαιριού προμηθεύονται τα απαραίτητα για την αγροτική τους καλλιέργεια με πίστωση. Όχι γιατί είναι «κακοδιαχειριστές» ή «μπαταχτσήδες» αλλά γιατί πολύ απλά « δε βγαίνει ο λογαριασμός ». Πράγματι, τόσο οι ανατιμήσεις στα απαραίτητα για τη σπορά και τη φροντίδα του παραγόμενου προϊόντος όσο και η κατάργηση της μειωμένης φορολογίας στο πετρέλαιο από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (1,45 ευρώ / λίτρο τελική περσινή τιμή) καθιστούν το κόστος παραγωγής δυσανάλογο και σχεδόν απαγορευτικό ιδιαίτερα για τους μικρομεσαίους καλλιεργητές. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω το « παράδοξο » σύστημα λειτουργίας του ΕΛΓΑ, με την αποζημίωση να χάνεται οριστικά και αμετάκλητα για όσους δεν έχουν τακτοποιήσει τις ασφαλιστικές τους εισφορές, αλλά το

«τοκοχρεολύσιο» της ασφάλειας να «κυνηγάει» τον καλλιεργητή και τα επόμενα χρόνια, γεννάται εύλογα η απορία εάν θέλουμε αγροτική παραγωγή και ανάπτυξη σε αυτή τη χώρα ή όχι. Κατακρεουργημένος, λοιπόν, ο καλλιεργητής και μη μπορώντας να εξυπηρετήσει τις βασικές δαπάνες παραγωγής στρέφεται, «ελλείψει» Αγροτικής Τράπεζας, στον εύκολο «άτυπο δανεισμό» από τον εν συνεχεία αγοραστή του εκάστοτε προϊόντος με τη μορφή πίστωσης. Στο σημείο αυτό χάνει το μεγαλύτερο του όπλο ώστε να μπορεί να διαπραγματευτεί με όρους αξιοπρέπειας την τιμή του παραγόμενου αγαθού παραμένοντας έρμαιο στις διαθέσεις της εγχώριας εμπορίας με προτεινόμενες τιμές εξαγοράς πολύ χαμηλότερες σε σχέση με τις τιμές της διεθνούς αγοράς ( όπως η φετινή τιμή εξαγοράς του βαμβακιού).

Η λύση στο «αγροτικό ζήτημα» δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική.

Ο κ. Μητσοτάκης, ως υποψήφιος πρωθυπουργός της χώρας, δεν έχει αρθρώσει ούτε μια κουβέντα για την αγροτική παραγωγική ανασυγκρότηση. Ο νεοφιλελευθερισμός που εκφράζεται στη χώρα μας σήμερα από την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, μια παράταξη που αποτελεί πιστό τέκνο της ελεύθερης ανεξέλεγκτης αγοράς, χωρίς όρους και κανόνες, με βαθιά πίστη πως η «αγορά» θα αυτορυθμίζεται κάθε φορά που βρίσκεται σε κρίση, δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα των αγροτών, καθώς ο Έλληνας αγρότης δεν βρίσκεται στις «προτεραιότητες» του κ. Μητσοτάκη.

Η σοσιαλδημοκρατία, που εκφράζεται τον τελευταίο αιώνα στη χώρα μας από τη Δημοκρατική Παράταξη και σήμερα από το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ, το οποίο συνηγορεί με την ελεύθερη ανάπτυξη και αγορά επιβάλλοντας, όμως, κανόνες που τοποθετούν το «δίκτυ ασφαλείας» για τους αδύναμους απέναντι σε κάθε προσπάθεια αισχροκέρδειας σε βάρος τους, παρουσίασε λίγο καιρό πριν μια δέσμη μέτρων τόσο για την ανακούφιση όσο και για την ανάπτυξη της αγροτικής και κτηνοτροφικής οικονομίας. Αναμφίβολα, η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής δεν θα επιτευχθεί με την «αυτορύθμιση» της αγοράς και με ανοιχτές τιμές χωρίς ποιοτικά κριτήρια. Με πρόταση νόμου, λοιπόν, προωθούμε την κάρτα αγροτικού πετρελαίου με δεδομένη την ανάγκη για υποστήριξη της αγροτικής παραγωγής, των εξαγωγών και των ασχολούμενων με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία.

Η προμήθεια του πετρελαίου θα γίνεται με την ειδική κάρτα που θα χορηγείται στους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους με βάση την έκταση και το είδος της καλλιέργειας καθώς και τον αριθμό των ζώων που δηλώνονται κάθε χρόνο στο ΟΣΔΕ. Στο ίδιο νομοθετικό πλαίσιο προτείνουμε, επίσης, την καθιέρωση

ενιαίου φορολογικού συντελεστή για τα αγροτικά εισοδήματα και του αφορολόγητου των ενισχύσεων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής καθώς και των αγροτικών αποζημιώσεων.

Επιβεβλημένη καθίσταται, ακόμη, η θέσπιση ειδικού ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού αγροτών προκειμένου να κατατίθενται σε αυτόν όλα τα έσοδα, να διενεργούνται μέσω αυτού όλες οι οικονομικές συναλλαγές, πληρωμές κλπ του αγρότη χωρίς τη «δαμόκλειο σπάθη» των κατασχέσεων που έχουν ήδη οδηγήσει πολλούς αγρότες σε αδυναμία συνέχισης της καλλιεργητικής δραστηριότητας.

Όπως είναι γνωστό με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.4387/2016 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ θεσπίστηκαν για πρώτη φορά ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες συνδέονται ευθέως και υπολογίζονται ως ποσοστό επί του εισοδήματος του αγρότη. Η συγκεκριμένη ρύθμιση που εφαρμόζεται ήδη με πολλές δυσκολίες και ακόμη υπάρχουν πολλές εκκρεμότητες λόγω της προβληματικότητας των ίδιων των διατάξεων , οδηγεί ταυτόχρονα σε μια μεγάλη επιβάρυνση για μεγάλη μερίδα ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών. Επειδή η ευθεία σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα ευνοεί μεταξύ άλλων όσους φοροδιαφεύγουν κι επειδή για όσους δηλώνουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα οι ασφαλιστικές εισφορές είναι εξοντωτικές και μάλιστα χωρίς καμιά επί της ουσίας ανταποδοτική σχέση με τις παροχές, προτείνουμε την ουσιαστική εξαίρεση των αγροτών από τις συγκεκριμένες διατάξεις απορρίπτοντας τις προσχηματικές κλιμακωτές μειώσεις του περασμένου Νοεμβρίου.

Σήμερα που τελείωσαν οι «αυταπάτες» και τα «ηθικά πλεονεκτήματα» του κυρίου Τσίπρα, επιβάλλεται να υπάρξουν οι αναγκαίες αλλαγές, με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση και ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο που θα είναι προσαρμοσμένο στις νέες οικονομικές συνθήκες, αλλά και στις νέες παραγωγικές ανάγκες. Ένα νομοθετικό πλαίσιο με το βλέμμα στραμμένο όχι μόνο στο σήμερα αλλά και στο μέλλον και στις νέες γενιές παραγωγών, με δημιουργία ασφαλείας και εμπιστοσύνης. Είναι, άλλωστε, αναγκαία η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη στείρα δημοσιονομική λογική των υπερβολικών πρωτογενών πλεονασμάτων στο σχεδιασμό μίας αναπτυξιακής πορείας για τη Χώρα, με κοινωνικά δίκαιο αποτέλεσμα. Με μέτρα που ανακουφίζουν τα νοικοκυριά, στηρίζουν τον εργαζόμενο και ευνοούν την υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα και την αγροτική παραγωγή.

* Ο κ. Παπαγεωργίου Σωτήρης είναι Υποψήφιος Βουλευτής Ν. Καρδίτσας,

Φιλόλογος Α.Π.Θ. – υπ. Διδάκτωρ Παν/μου Ιωαννίνων

Αν. Γραμματέας Νεολαίας ΠΑΣΟΚ Ελλάδος

Μέλος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του Κινήματος Αλλαγής