ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΜΗΤΡΙΤΣΑ
Εορτασμός τηςΠαγκόσμιας Ημέρας για τη Γυναίκα. Επιστροφή στα πάτρια, στην πόλη μου, τηνΚαρδίτσα, για συναυλία. Οι μνήμες ξυπνούν ή μάλλον δεν έχουν σβηστεί, γιατί στα πρώτα χρόνια της ζωής μας “ό,τι γράφει δεν ξεγράφει”.
Εκεί λοιπόν έχω περάσει όλα τα παιδικά και νεανικά χρόνια, ως ένα κορίτσι σχετικά συνεσταλμένο. Αγοροκουρεμένο στο Δημοτικό (ήταν της μόδας γενικά τα κοντά μαλλιά από καρέ και playmobil, μέχρι καρφάκια), ντρεπόμουν, όταν με έστελναν το μεσημέρι οι δικοί μου να αγοράσω ψωμί και δεν ήθελα, γιατί λόγω του άγουρου παρουσιαστικού μου, κάποιος με είπε “νεαρό” και συνέχεια με έπιανε η αγωνία, μήπως με ξαναπεράσουν στο δρόμο για αγόρι.
Πώς να ξεπεράσω αυτό το υπαρξιακό στρες που ερχόταν και κατακαθόταν πάνω στο θώρακα (στήθος δεν είχα ακόμα) με όλο το βάρος της ευθύνης να το ρίχνω επάνω μου, μιας που δεν είχα την αντίστοιχη ανάπτυξη των συνομηλίκων μου.
Κι αυτοί οι γονείς μου γιατί επέμεναν να με κουρεύουν “καπελάκι”;
Η μουσική μπήκε νωρίς στη ζωή μου. Γυρίζαμε από τις καλοκαιρινές διακοπές δέκα μέρες θάλασσα, δεκαπέντε βουνό. Οι γονείς μου -και οι δύο καθηγητές- είχαν τη γνωστή δίμηνη καλοκαιρινή άδεια και το πρώτο πράγμα που έκανα, πριν αφήσω τη βαλίτσα μου στο διάδρομο, ήταν να καθίσω στο πιάνο που το είχα αποχωριστεί για τόσες μέρες σερί.
Είχα όμως ευτυχώς το τραγούδι παρέα και εκτόνωση, όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Θυμάμαι κάποιο καλοκαίρι στονΠλαταμώνα, στο εξοχικό σπίτι της θείας μου, μια φίλη του μεγαλύτερου κατά δύο χρόνια ξαδέρφου μου, μου έδωσε μια κασέτα- ένα mixtape με τραγούδια τωνΦατμέ, τουΜάλαμα, τηςΑρβανιτάκη, τηςΤσαλιγοπούλου, τηςΓλυκερίας, τουΠαπάζογλου. Σοκ!
Ανάμεσα σε όλα, αυτό που τραγουδούσα περισσότερο και μου χτύπησε μέσα στο μυαλό μου το καμπανάκι πως μάλλον καλά το λέω και μάλλον η φωνή μου πιάνει την έκταση και τα γυρίσματα κάπως φυσικά και αβίαστα, ήταν ο λεγόμενος“Καστανάς”. Έτσι το αποκαλούσε η αδερφή μου κι εννοούσε το“Να βάλω τα μεταξωτά”και μου έλεγε μέχρι και να περάσουμε στο Πανεπιστήμιο, πες ρεΦούφου(αδερφική έκφραση γλυκύτητας, όταν δε μαλλιοτραβιόμασταν) τονΚαστανά!
ΗΜελίνα Κανάστα καλύτερά της, το προσωπικό μου ίνδαλμα για τα πρώτα μου τραγουδίσματα, ως εφηβάκι. Πού να ήξερα πως, μετά από λίγα χρόνια, στηνΑθήναπια εγώ – φοιτήτρια, θα μπαίναμε μαζί τυχαία στο ίδιο ταξί κάπου στηΒασιλίσσης Σοφίας, για να προσεγγίσουμε τοΣύνταγμα, όπoυ αυτή θα τραγουδούσε κι εγώ θα παρακολουθούσα τη μεγάλη συγκέντρωση και συναυλία για τονΟτσαλάν.
Πολύ πιο μετά θα συζητούσαμε δημιουργικά κάποια σχέδια για νέα τραγούδια (που όμως δε βγήκαν ποτέ), αλλά θα ζούσα και μια από τις πιο μαγικές στιγμές επί σκηνής σε ένα διαστημικό live στοΣταυρό του Νότουμε καλεσμενη μου την ίδια και ως δια μαγείας και τηνΕλένη Βιτάληπου είχε έρθει, να μας δει.
Στην Καρδίτσα το περιβάλλον ήταν ασφαλές, αλλά και αρκετά κλειστό. Πολύ παιχνίδι ανέμελο στη γειτονιά της γιαγιάς μου, τηςΕυτυχίας. Σπίτια χαμηλά, στα προσφυγικά. Καλοκαίρια με το λυγμό του γκιώνη μέσα στη νύχτα, βόλτες με τα ποδήλατα, μυστικούς πράκτορες. Όμως νωρίς πίσω και … όχι έρωτες και δικαιώματα, να μας κουβεντιάζουν. Αυτή ήταν η οδηγία από το σπίτι. Ήμουν το κλειστό, αδύνατο κορίτσι με το μυαλό να φεύγει και να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, το κορίτσι της μαμάς με τα χαρακτηριστικά του μπαμπά, η κοπέλα που περνούσε ώρες στο ωδείο και αναζητούσε διέξοδο στη μουσική, για να βρει τη δική της φωνή. Η άριστη μαθήτρια που όμως δεν ήθελε να περάσει στοΤμήμα Μάρκετινγκ της Θεσσαλονίκης, αλλά στηΜουσικολογία της Αθήνας.
Κι όταν πέρασα, η πρώτη έγνοια να μπω σε ένα νέο σχήμα που ετοίμαζαν οι τελειόφοιτοι του Τμήματος και έκαναν οντισιόν.Σμυρναίικακαιρεμπέτικααπό τις πρωτότυπες εκτελέσεις!
“Γεια σας! Θα πω τηΛίλη τη Σκανταλιάρα“.
Πού την είχα ακούσει εγώ έως τότε; Και τι απίθανα λόγια!“Γιατί είμαι εγώ η αλανιάρα / η Λίλη η πρώτη σκανταλιάρα / που δε δίνω γρόσι για τους μάγκες / και δεν τρώγω τρίχες ματσαράγκες”.
Ο πατέρας μου τα άκουγε αυτά, αλλά για ‘μένα τώρα άνοιγε ένας νέος ολόκληρος κόσμος. Κι ενώ ήξερα πως τα λάτρευε, όταν του είπα πως πέρασα στην οντισιόν και όλοι οι άλλοι είναι αγόρια οι περισσότεροι τελειόφοιτοι, μου λέει:“Είναι ανάγκη να πας τώρα εκεί με όλους αυτούς;”.
Ευτυχώς του πέρασε σχετικά γρήγορα η άρνηση. Υπερίσχυσε η αγάπη του για το τραγούδι και η δίκη μου επίσης που την γνώριζε καλά. Αν με ρωτούσες από τότε, θα σου έλεγα τραγουδίστρια θέλω να γίνω. Ψέματα. Από την Ε’ Δημοτικού.Από τον Καστανά!Υπήρχε μια θεία της μαμάς μου που τραγουδούσε στους γάμους στο χωριό. Αυτοί ήτανε βλάχοι. Όταν ερχόταν η γιαγιά μου, ηΤάσα(από το Αναστασία) ,να μας δει στηνΚαρδίτσα, έμενε κάποιες ημέρες στο σπίτι μας και φώναζα φίλες μου να έρθουν, για να την ακούσουν να μιλάει βλάχικα. Είναι λατινογενής η γλώσσα έλεγα.Τσα νταρ, κουμ χι.
“Τι κάνεις; Πώς είσαι; Εσύ δε μιλάς;”, μου λέγανε…
“Όχι, δε μου τα έμαθε κανείς!”.
Η μαμά μου, φιλόλογος, μιλούσε βλάχικα, μόνο όταν πηγαίναμε στηΣαμαρίνα. Τα καλοκαίρια. Και μόνο, όταν βρισκόταν με τη μάνα της. Με τρέλαινε να τις ακούω. Όμως δεν τα έμαθα, γιατί και η μαμά και οι θείες μου (πέντε αδερφές σύνολο) δε μου μιλούσαν στα βλάχικα. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως- εκτός χωριού και στενού κύκλου- οι βλάχοι όσο περήφανοι κι αν είναι- τα χρόνια εκείνα δε διέδιδαν τη γλώσσα, ούτε και ήθελαν να εκτίθενται. Πρέπει να υπήρχε ένας υπόγειος κοινωνικός ρατσισμός ή και φόβος για τη διαφορετικότητα.
Παιδιά της Σαμαρίνας μωρέ παιδιά καημένα / παιδιά της Σαμαρίνας κι ας είστε λερωμένα.
Ακόμα και το πιο εμβληματικό τραγούδι τους επικράτησε τελικά να το λένε στα ελληνικά.
Ηγιαγιά η Τάσασπάνια ερχόταν όμως Καρδίτσα – το πολύ μια βδομάδα μέσα στο χειμώνα. Ήταν νομάς! Το φθινόπωρο και το χειμώνα στα πεδινά στοΒλαχογιάννικαι την άνοιξη και το καλοκαίρι η μεγάλη επιστροφή των κτηνοτρόφων στα βουνά τους. Να ανταμώσουν από όλα τα μέρη ξανά στο χάνι και να μιλήσουν τη γλώσσα τους.
Όμως σήμερα που ταξιδεύω… γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά; Έχω δίπλα μου τονΤάκη Φαραζή.
ΤονΤάκητηςΤάνιας, τηςΈλλης, τηςΜαρίας, τηςΜάρθας. Τώρα γνωριζόμαστε καλύτερα.
Σαν μουσικό τον θαυμάζω απεριόριστα και έχω μεγάλη χαρά που θα παίξουμε παρέα.
Η παράσταση που έχω ετοιμάσει φέτος είναι οι“Αιώνιες γυναίκες”. Επίκεντρο,“Το πρώτο βλέμμα”, τα οχτώ τραγούδια του album που έκανα …με τις γυναίκες, όπως το λέω για να συννενοούμαι με τους φίλους μου.
Αυτό το al-bum ο Τάκης το ξέρει, γιατί ήταν να πρωτοπαίξουμε παρέα, όταν κυκλοφόρησε. Όμως έσκασε ο κορονοϊός και η καραντίνα και τα σχέδια έμειναν σχέδια. Τα απωθημένα δεν είναι καλό πράμα…
Τα“κορίτσια”περίμεναν τόσο καιρό, για να ακουστούν όλα μαζί. Να που μετά από έξι ακριβώς χρόνια από την κυκλοφορία των τραγουδιών αυτών, τα“κορίτσια”σήμερα ταξιδεύουν στο σπίτι μου, στο σπίτι τους, δεν ξέρω…Ανήμερα της Ημέρας της Γυναίκας!Θα έρθει και η στιχουργός, ηΝάντια Δουλαβέρα.
Το πρώτο μας τραγούδι, η“Ηλέκτρα”,ξεφύτρωσε σα μαγικό θεραπευτικό βοτάνι, όταν έχασα τη δική μου μητέρα. Κι η“Ηλέκτρα”που απευθύνεται στηνΚλυταιμνήστρα, έγινα εγώ για λίγο. Το κορίτσι που πενθεί τη μητέρα της, κουβαλώντας όλα τα παράπονα του κόσμου. Γιατί έτσι είναι αυτές οι σχέσεις. Περνάνε και απ’ το φως κι απ’ τα σκοτάδια.
“Αν μάνα μου δεν ήσουν μάνα / πως θες εγώ να γίνω κόρη”.
Η δική μου μαμά δεν πρόλαβε να μου μιλήσει για τους δικούς της καημούς, να κοιταχτούμε σαν δυο γυναίκες ενήλικες, γιατί ήρθε η αρρώστια αυτή που διαλύει την προσωπικότητα του ανθρώπου και τού αφαιρεί το πιο ζωτικό του όργανο. Τημνήμη!Ξαφνικά μου γεννήθηκε η ανάγκη να μιλήσω εγώ γι’ αυτή και όλα όσα έχει νιώσει μέσα στη ζωή της. Για το κόσμο που σήκωσε στους ώμους της.
Σαν το κορίτσι που κουρεμένο γουλί στις παιδικές φωτογραφίες, μπόρεσε και περπάτησε τηνΠίνδοκαι βρέθηκε να σπουδάζειΦιλολογία στην Αθήνα, σαν αγωνίστρια νεολαία στα χρόνια της Χούντας, σαν ερωτευμένη γυναίκα που άφησε τη μεγάλη πόλη και ακολούθησε τον άντρα της πίσω στην επαρχία, σα μητέρα εργαζόμενη σκληρά, σαν πνευματικός άνθρωπος με υψηλή αισθητική και κριτήριο, σαν καθηγήτρια που τη θυμούνται όλοι οι μαθητές της, σαν ψυχή τραυματισμένη από την ασθένεια. Όχι όμως τόσο προσωπικά. Κάθε προσωπικό τραύμα ακουμπάει σε ένα συλλογικό που ξαναγίνεται προσωπικό και συνομιλεί με τη ρίζα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Έτσι δίπλα στηνΗλέκτρα, ήρθε ηΙσμήνη(σαν η έρημη της γης, που χάνει τα αδέρφια της, θύματα του πολέμου και της αδίστακτης εξουσίας), ηΧτισμένη(η γυναίκα του Πρωτομάστορα που θυσιάζεται για ‘κείνου το χατήρι, για να χτιστεί το μεγάλο γεφύρι), ηΕλένη(που έζησε, για να δικαστεί από το πρώτο βλέμμα, υπεύθυνη για τον Τρωικό πόλεμο κι ας μη βρέθηκε ποτέ στην Τροία κατά τονΕυριπίδη) ηΠερσεφόνη(ταγμένη στον αέναο κύκλο της ζωής, ανάμεσα στους δύο κόσμους, πάντα να αναπολεί αυτό που δεν έχει)
Μοίρα που μου όρισες να ζω με αυτό που αφήνω πίσω / να μου δίνες μιαν άνοιξη και κάτω να ανθίσω,
ηΜαγδαληνή(η φωνή της αποδοχής, της φροντίδας, της συγχώρεσης, η γυναικεία σοφία και δύναμη που αποσιωπάται)
Στις πιο κρυφές μου προσευχές / κρατώ κερί στους μαθητές, λαμπάδα στον προδότη/ εγώ που σ’ έχω δει να κλαις/ και σαν παιδί γονιό να θες /θα σ’ ακουμπήσω πρώτη,
ηΠηνελόπη(η καρτερικότητα και η πίστη, ο ρομαντισμός και η εξιδανίκευση του έρωτα)
Μισή ζωή σου χάρισα τυφλά να σ’ αγαπάω/ που αν μ’ αγγίξεις ράγισα/ κι αν με φιλήσεις σπάω
και ηΕύα(η ζωοποιός δύναμη, η γνώση, το ταξίδι προς την ελευθερία, αυτού δηλαδή που πρόκειται να έρθει)
Εγώ το μήλο το ‘φαγα/ γιατί ήθελα να ξέρω/ να μάθω τι θα πει μπορώ και τι σημαίνει φταίω
Όπως λέει ηMaira Kalmanσε ένα ποίημά της, που πέτυχα στοInstagramαυτές τις ημέρες, “οι γυναίκες κρατάνε πράγματα”.
“Τι κρατάνε οι γυναίκες;”…Οι γυναίκες κρατάνε το σπίτι και την οικογένεια. Τη φιλία. Τη δουλειά. Τη δουλειά του κόσμου όλου. Τη δουλειά τού να είσαι άνθρωπος. Τις μνήμες. Και τα προβλήματα και τις λύπες και τους θριάμβους. Και την αγάπη. Και οι άνδρες το κάνουν, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο.
Από τις εργάτριες στηΝέα Υόρκηστις αρχές του 20ού αι. (είχαν προηγηθεί πολλές ακόμα γυναικείες απεργίες σεΑγγλία,ΓαλλίακαιΗΠΑ, από τα τέλη του 19ου αι.) που διαδήλωναν για μικρότερο ωράριο εργασίας, καλύτερες αμοιβές, κατάργηση της παιδικής εργασίας και δικαίωμα ψήφου, μέχρι τιςΡωσίδεςπου βγήκαν στο δρόμο εν καιρώ πολέμου το 1917 απαιτώντας“ψωμί και ειρήνη”,πολλά έχουν αλλάξει. Όχι όμως αρκετά. Η επικαιρότητα μάς ξεπερνά για ακόμα μια φορά…
Αυτά συζητάμε με τονΤάκηστη διαδρομή. Πόλεμος στο Ιράν, ένα σχολείο με κορίτσια βομβαρδίζεται και σκοτώνονται όλα, δήθεν για την εκδυτικοποίηση των κακών μουλάδων. Ναι, είναι κακοί αλλά το κακό δε θεραπεύεται με χειρότερο κακό. Η υποκρισία έχει γίνει ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος. Ο πόλεμος δεν είναι κακός, είναι χυδαίος.
Ο κόσμος μας χρειάζεται να αφουγκραστεί καλύτερα τη θηλυκή του ενέργεια!
Την αναλυτική σκέψη, την αποδοχή, την αγάπη, την ενσυναίσθηση, τη ζωή κόντρα στην εξαθλίωση, την εκμετάλλευση, το θάνατο. Γι’ αυτό η μέρα αυτή είναι ακόμα πιο επίκαιρη σήμερα. Η ισοτιμία, η ισονομία, η αξιοπρέπεια, η ασφάλεια, η αγάπη, η δικαιοσύνη και η αποδοχή είναι έννοιες που ακόμα ζούνε τραυματισμένες ανάμεσά μας.
Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω πως πολλές γυναίκες πρωταγωνιστούν στη διεκδίκηση και την αποκατάστασή τους και στην ελληνική πραγματικότητα. Γι’ αυτές τις γυναίκες και όλους τους άνδρες που στέκονται στο πλευρό μας και καταλαβαίνουν τον κόσμο και μέσα από τα δικά μας μάτια, θα παίξουμε απόψε.
Θα είναι κι ομπαμπάς μουσήμερα εκεί. Χαίρομαι. Καλή αντάμωση!
Πηγή Μουσικόγραμμα













