Tο El Nino ξεκίνησε και απειλεί - ο Θεσσαλικός κάμπος απαιτεί προστασία για πλημμύρες και για λειψυδρία…

Τρία χρόνια μετά τη θεομηνία «Daniel» η Θεσσαλία παραμένει εκτεθειμένη σε παρόμοια φαινόμενα που παρουσιάζουν πλέον μια συχνότητα η οποία οφείλει να προβληματίσει τους ειδικούς και όσους σχεδιάζουν έργα Πολιτικής Προστασίας. Πολύ περισσότερο όταν οι ειδικοί επιστήμονες προειδοποιούν ότι ξεκίνησε η επέλαση του “El Nino” που μπορεί να επιφέρει μεγάλες φυσικές καταστροφές στο δεύτερο εξάμηνο της χρονιάς που διανύουμε και στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο.

Τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά λόγω της κλιματικής αλλαγής 
η συχνότητα «μεγαπλημμυρών» πλέον στο θεσσαλικό κάμπο είναι ορατή και ακολουθεί μια επαναληψιμότητα περίπου μιας τριετίας (όπως μας έδειξε η αλληλουχία Ιανού και Ντάνιελ) . Για το λόγο αυτό η ενεργητική προστασία απέναντι σε αυτού του είδους τα φαινόμενα θα πρέπει να αποτελεί κυρίαρχο στόχο για τεχνικούς και μελετητές, όταν μάλιστα το κόστος αποκατάστασης των καταστροφών είναι πολλαπλάσιο σε σχέση με το κόστος των έργων για την αντιμετώπισή τους.

Πάρτε για παράδειγμα τη μεγάλη καταστροφή που υπέστη το σιδηροδρομικό δίκτυο της Θεσσαλία μετά τον “Daniel” για την αποκατάσταση του οποίου απαιτήθηκαν πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ . Ο σχεδιασμός του δικτύου παρωχημένος πριν πολλές δεκαετίες από την εποχή του Τρικούπη, ασφαλώς και έχει ξεπεραστεί. Χωρίς οχετούς ανακούφισης και γέφυρες καταμεσής ενός κάμπου που μετατρέπεται σε λίμνη. Ήταν φυσικό επόμενο λοιπόν ο θεσσαλικός σιδηρόδρομος με τέτοιου είδους «μεγαπλήμμύρα» να διαλυθεί εξ ων συνετέθη.

Ο αντιπλημμυρικός σχεδιασμός του θεσσαλικού κάμπου ξεκινά ασφαλώς από τα έργα ορεινής υδρονομίας, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε δε μιλώντας στη «Θεσσαλία τηλεόραση» ο καθηγητής της Γεωπονικής Αθηνών Γιώργος Μιγκίρος «όταν βρέχει δεν κρατάς την ομπρέλα στα πόδια άλλα στο κεφάλι». Τα έργα αυτά δεν κοστίζουν παρά λίγες δεκάδες εκατομμύρια ευρώ και χρηματοδοτικό εργαλείο υπάρχει, το πρόγραμμα «Aqua» για να τα υλοποιήσει, αλλά έχει καθυστερήσει η σύνταξη μελετών και η διαδικασία δημοπράτησής τους έχει «κολλήσει» στα γνωστά «γρανάζια της κρατικής γραφειοκρατίας».

Ερχόμαστε στη συνέχεια στα λεγόμενα μεσαία φράγματα που περιλαμβάνονται στο ΣΔΛΑΠ Θεσσαλίας, για τα οποία οι μελέτες αναφέρουν ότι το μεν φράγμα Ενιπέα στη Σκοπιά συμβάλλει στην κατά 27% αντιμετώπιση πλημμυρών στον κάμπο, τα δε φράγματα Μουζακίου και Πύλης από 15% έκαστο. Συνολικά δηλαδή θωρακίζουν σε περίπτωση φαινομένων τύπου «Ντάνιελ» περί το 60% το θεσσαλικό κάμπο από πλημμύρες . Το υπόλοιπο 40% είναι τα έργα ορεινής υδρονομίας και ο καθαρισμός της κοίτης των ποταμών και των καναλιών.

Το κόστος των τριών αυτών φραγμάτων με σημερινές τιμές δεν υπερβαίνει τα 600 εκατομμύρια ευρώ και με δεδομένο ότι έχουν και υδροηλεκτρική συνιστώσα πιθανό μέσω ενός ΣΔΙΤ ένα μέρος του κόστους κατασκευής τους να καλυφθεί από ιδιωτική χρηματοδότηση.

Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι πως μόνο η αποκατάσταση των υποδομών στη Θεσσαλία από το Ντάνιελ μέχρι στιγμής ανέρχεται στο 1,5 δις ευρώ και άλλα 500 εκατομμύρια ευρώ είναι οι αποζημιώσεις σε αγρότες, κτηνοτρόφους και επιχειρήσεις είτε μέσω ΕΛΓΑ είτε μέσω Κρατικής Αρωγής, είτε μέσω Υπουργείου Εσωτερικών για τις υποδομές των δήμων που καταστράφηκαν.

Φυσικά για τη Θεσσαλία οι πλημμύρες είναι η μια όψη του νομίσματος της κλιματικής αλλαγής. Η άλλη όψη είναι η λειψυδρία και η ξηρασία την οποία αντιμετωπίσαμε με έντονο τρόπο τα τελευταία δύο καλοκαίρια στον κάμπο.

Όπως διαφάνηκε και στην ημερίδα της ΕΔΥΘΕ στη ΔΕΥΑΛ την περασμένη Τρίτη για την αντιμετώπιση του υδατικού προβλήματος της Θεσσαλίας, το έργο της μεταφοράς 250 εκατομμυρίων κυβ. μέτρων νερού ετησίως από τον Αχελώο στο Θεσσαλικό κάμπο, είναι το μοναδικό που μπορεί να επιλύσει σε μεγάλο βαθμό το ζήτημα.

Και αυτό γιατί το φράγμα της Συκιάς είναι κατά 60% κατασκευασμένο και απαιτεί περί τα 300 εκατομμύρια ευρώ για την ολοκλήρωσή του τα οποία θα αναλάβει να καταβάλλει η ΔΕΗ ως ενεργειακός εταίρος για να εκμεταλλευτεί την υδροηλεκτρική ενέργεια, ενώ η αποπεράτωση της σήραγγας της Δρακότρυπας που είναι κατασκευασμένη κατά 85% δεν απαιτεί πάνω από 70 εκατομμύρια ευρώ.

Τα έργα αυτά μπορούν να ολοκληρωθούν σε ορίζοντα μιας τριετίας αφού είναι σχεδόν έτοιμα σε σχέση με τα 5-6 χρόνια τουλάχιστο που απαιτούνται για να ωριμάσουν και να κατασκευαστούν τα μεσαία φράγματα (Ενιπέα, Μουζακίου και Πύλης).

Είναι επίσης κατανοητό πως αν εγκαταλειφτεί το έργο του φράγματος της Συκιάς δεν πρόκειται ποτέ να κατασκευαστεί και το φράγμα Μουζακίου που είναι συνοδό έργο, γιατί οι μελέτες οικονομικής σκοπιμότητας θα το κρίνουν ασύμφορο. Έτσι θα χαθεί στον κυκεώνα της γραφειοκρατίας και ο αντιπλημμυρικός σχεδιασμός της Θεσσαλικής πεδιάδας αλλά και η όποια προοπτική για ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα σε έναν κάμπο που θα οδηγηθεί με μαθηματική ακρίβεια στην ερημοποίηση και εν συνεχεία στην εγκατάλειψη…

«Ν.Α.»