ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ ΚΑΤΣΑΡΑ
Κατά καιρούς από τη στήλη και με πάμπολλες αφορμές έχουμε σταθεί στη σχέση “δημοσιογράφου – προπονητή” ομάδας. Μια σχέση που είναι από τις πιο ιδιαίτερες στο χώρο του ομαδικού αθλητισμού και κυρίως στο ποδόσφαιρο.
Μία σχέση που μπορεί να περάσει από διάφορα στάδια και να καταλήξει ακόμη και με στοιχεία εμμονής και εμπάθειας! Στην Ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα, μάλιστα, ο δημοσιογράφος ουκ ολίγες φορές χρησιμοποιείται για να αποδομηθεί ένας προπονητής που δεν είναι επιθυμητός πλέον σε μία ομάδα και να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα στην κοινή γνώμη…
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο προπονητής είναι έρμαιο των κρίσεων του δημοσιογράφου που μπορεί άλλοτε να είναι άστοχες, άλλοτε αποτέλεσμα διατεταγμένης υπηρεσίας κι άλλοτε προιόν εμπάθειας γιατί δεν του έκανε τα χατήρια…
Υπάρχουν πολλά είδη προπονητών και δημοσιογράφων που κυκλοφορούν, αλλα το μόνο βέβαιο είναι πως οι πρώτοι μειονεκτούν έναντι των δεύτερων. Κι αυτό γιατί θα πρέπει να μιλούν μέσα από τη δουλειά τους και τ’ αποτελέσματα, κάτι που σε πλείστες περιπτώσεις δεν προλαβαίνουν να το κάνουν γιατί τους έχουν ήδη “πριονίσει” την καρέκλα!
Ακόμη κι αν έχουν δώσει δείγματα γραφής όμως, θα είναι πάντα με την… πλάτη στον τοίχο στην πρώτη στραβή για να ανεχθούν είτε τον κάθε άσχετο που μπορεί να “τουφεκάει” στον αέρα σαχλαμάρες παριστάνοντας τον γνώστη, είτε κάποιον που έχει συγκεκριμένη αποστολή αποδόμησης!
Ο προπονητής καλείται να διαχειριστεί ένα σωρό διαφορετικές προσωπικότητες του ρόστερ, το κλίμα που διαμορφώνεται κάθε φορά στο σύλλογο, αλλά και να αξιολογήσει μέσα από καθημερινή δουλειά τις δυνατότητες παικτών ώστε να βελτιώνει την ομάδα του. Βρίσκεται δηλαδή σε μία μόνιμη κατάσταση εγρήγορσης! Κι όχι μόνο στις προπονήσεις, αλλά μερικές φορές ακόμη και όταν ξαπλώνει το βράδυ!!!
Ο δημοσιογράφος αντιθέτως, θα καθίσει στην καρέκλα, θα πιει το φρεντάκι του και θα αρχίσει να καταθέτει την άποψή του! Κι αν είναι σοβαρός θα προσεγγίσει σοβαρά, έχοντας υπόψιν όλα τα δεδομένα. Αν είναι κατευθυνόμενος ή άσχετος, θα αμολάει ανοησίες που όμως θα επηρεάζουν τον κόσμο και την ίδια την ομάδα.
Τριάντα πέντε χρόνια που βρισκόμαστε στο ρεπορτάζ (καθημερινά χωρίς ανάπαυλα), έχουν δει τα ματάκια μας απίθανα πράγματα σ’ αυτή τη σχέση που περιγράφουμε σήμερα. Κατέληξα σ’ ένα αξίωμα: Ο καλύτερος δημοσιογράφος γνωρίζει λιγότερα από όσα γνωρίζει για τη λειτουργία μιας ομάδας ο χειρότερος προπονητής!
Με βάση αυτό, οφείλει πάνω απ’ όλα να σέβεται τη δουλειά του τεχνικού, να γράφει μεν την άποψή του αλλά να μην πουλάει εκ του ασφαλούς “μυαλό” από το γραφείο. Πολύ δε περισσότερο να μην παραγοντίζει και να μην λειτουργεί με βάση τις κατευθύνσεις που του δίνουν. Αν μπει σ’ αυτή τη λογική, παύει να είναι δημοσιογράφος και είναι απλά ένας “παπαγάλος”.
Κάτι που ο κόσμος στον οποίο απευθύνεται το παίρνει μυρωδιά με τη μία…
παραΣΠΟΝΤ(ί)ΕΣ
Bέβαια σε όσα γράφουμε πιο πάνω, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι στην εποχή των Social media, το κλίμα για έναν προπονητή, για μια ομάδα, για έναν ποδοσφαιριστή διαμορφώνεται και από τον κόσμο. Το τι γράφεται κάθε φορά, ανάλογα βέβαια με τα αποτελέσματα, είναι ασύλληπτο και φυσικά ανεξέλεγκτο!
Ωστόσο είναι άλλο πράγμα να καταθέτει την άποψή του (ακόμη κι αν είναι εκτός τόπου και χρόνου) ένας απλός φίλαθλος μέσα στη “χάβρα των Ιουδαίων” του διαδικτύου κι άλλο ένας δημοσιογράφος που μάλιστα είναι και προβεβλημένος στην κεντρική σκηνή.
Ο φίλαθλος (εκτός αν είναι κατευθυνόμενο “τρολ”), μέσα στον καημό του και στην αγάπη του για την ομάδα μπορεί να πει ο,τι του καπνίσει!
Ο δημοσιογράφος όμως αν σέβεται πάνω απ’ όλα τον εαυτό του και το επάγγελμά του δεν μπορεί να παριστάνει τον “ξερόλα” και να φθάνει στο σημείο να αποδομεί την εργασία και την προσπάθεια προπονητών. Εκτός αν ισχύει αυτό που γράφουμε στο κεντρικό σχόλιο:
Αν δηλαδή εξυπηρετεί αυτούς που του δίνουν εντολές οπότε αυτομάτως χάνει την ιδιότητα του δημοσιογράφου και μετατρέπεται σε ένα… τσουκ μποξ!
——————————————
«Αν άκουγα τους κριτικούς, θα είχα πεθάνει μεθυσμένος σε κανένα χαντάκι»
Άντον Τσέχωφ – Ρώσος συγγραφέας















