Της Λυδίας Παππά
Αντίστροφα μετρά πια ο χρόνος για την ιστορική δίκη στη Λάρισα και την τραγωδία στα Τέμπη, με 36 κατηγορούμενους.
Στις 23 Μαρτίου θα ανοίξουν για πρώτη φορά οι πόρτες της ειδικά διαμορφωμένης αίθουσας των 283 τ.μ. στο Συνεδριακό Κέντρο «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, για δικαστές, κατηγορούμενους, συγγενείς θυμάτων, τραυματίες και δικηγόρους σε μία υπόθεση που θα συγκεντρώσει όλα τα φώτα της δημοσιότητας.
Οι συγγενείς των 57 νεκρών εκείνης της τραγικής νύχτας, ζητούν δικαιοσύνη και να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι όσο ψηλά και αν βρίσκονται.
Στο εδώλιο κάθονται οι σταθμάρχες εκείνης της μοιραίας ημέρας, στελέχη του ΟΣΕ, στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ, του Υπ. Μεταφορών, της ΡΑΣ και της Hellenic Train. Τα αδικήματα είναι πέντε, μεταξύ των οποίων και αυτό της επικίνδυνης παρέμβασης στις συγκοινωνίες, με ενδεχόμενο δόλο, που φέρει ποινή έως και ισόβια.
Η «Ζούγκλα» μέχρι και τη δίκη θα παρουσιάζει το κατηγορητήριο και για τα 36 άτομα που κάθονται στο εδώλιο.
Κατηγορούμενος: Βασίλης Σαμαράς – Σταθμάρχης
Ο πρώτος που αναφέρεται για την υπόθεση είναι ο μοιραίος σταθμάρχης Βασίλης Σαμαράς. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες από την τραγωδία είχε γίνει σαφές ότι ήταν ένας άπειρος σταθμάρχης και πρώην αχθοφόρος, που διαχειριζόταν μόνος του την κίνηση των τρένων στον τρίτο μεγαλύτερο σταθμό της χώρας. Ο ίδιος, κατά την απολογία του, απέδωσε την πορεία της επιβατικής αμαξοστοιχίας σε λάθος γραμμή σε… βλάβη των κλειδιών, αλλά το κατηγορητήριο σε βάρος του είναι καταπέλτης.
Για τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας, με ενδεχόμενο δόλο, αναφέρεται:
Ο ενδεχόμενος δόλος του κατηγορούμενου επιρρωνύει – ενισχύει η σαφής, άμεση και πλήρης – λόγω της θέσης του και ιδιότητας του γνώση του ότι:
– Κρίσιμα συστήματα για την ασφάλεια της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας δεν λειτουργούσαν καθόλου (σύστημα αμφίδρομης φωτεινής σηματοδότησης και ενιαία τηλεδιοίκηση του ΚΕΚ Λάρισας) ή υπολειτουργούσαν – μερικώς λειτουργούσαν (σύστημα κινητής τηλεφωνικής επικοινωνίας μέσω ειδικών κεραιών – κυψελών ειδικά για τον σιδηρόδρομο GSM-R).
– Δεν είχε οριστεί δεύτερος σταθμάρχης στη νυχτερινή βάρδια του Σ.Σ. Λάρισας, η παρουσία του οποίου θα συνέδραμε τον κατηγορούμενο, ενόψει της μικρής εμπειρίας του, στην ορθή και με ασφάλεια διαχείριση της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας στον τομέα ευθύνης του Σ.Σ. Λάρισας, κατά τον χρόνο που συνέβη το δυστύχημα.
– Δεν είχε θεσπιστεί κανόνας βραδυπορίας ως προς την κίνηση των αμαξοστοιχιών.
– Δεν είχε θεσπιστεί λόγω του κατεπείγοντος και συνεπεία των ελλείψεων, νέος εθνικός κανόνας ασφαλείας ως αναγκαίο προληπτικό μέτρο.
«Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρων ήταν η σιδηροδρομική κυκλοφορία και στο επίδικο τμήμα της γραμμής (Σ.Σ. Λάρισας – Σ.Σ.Ν. Πόρων) να διεξάγεται μεταξύ των σταθμών μόνο με τη ρύθμιση, εποπτεία και έλεγχο των σταθμαρχών των σταθμών κατά τον ισχύοντα Γενικό Κανονισμό Κίνησης του ΟΣΕ και χωρίς τη λειτουργία – επενέργεια έτερων ηλεκτρομηχανολογικών συστημάτων ασφάλειας της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας και συνεπώς εν προκειμένω ως την εν λόγω επιβατική αμαξοστοιχία με μόνη την εποπτεία διευθέτηση – διαχείριση από τον κατηγορούμενο. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά που αποτελούσαν τα δεδομένα που έπρεπε ο κατηγορούμενος να αξιολογεί στο νου του για την ασφαλή διαχείριση των τρένων».
Στο κατηγορητήριο αναφέρει στη συνέχεια για τον σταθμάρχη:
«Μολονότι γνώριζε ότι ενδέχεται να ακολουθήσει διατάραξη της ασφάλειας στην κυκλοφορία τρένων, συμβιβάστηκε και μάλιστα με ευκολία με την ιδέα ότι τούτο είναι πιθανό, προκειμένου να γλιτώσει την πνευματική καταπόνηση, τη δαπάνη του χρόνου και τον διανοητικό προγραμματισμό του σχεδιασμού της κίνησης της επιβατικής αμαξοστοιχίας κατά την αναχώρησή της από το Σ.Σ. Λάρισας και την κίνησή της προς βορρά».
Στο σταθμάρχη καταλογίζεται ότι δεν έκανε ορθή χάραξη της πορείας του τρένου, δεν την παρακολουθούσε, δεν προχώρησε σε άμεση ενημέρωση των μηχανοδηγών για να διακόψουν την κίνηση του τρένου.
Για το κλειδί 118, επισημαίνεται ότι δεν ρύθμισε σε ευθεία γραμμή τις αιχμές (κλειδιά) 118B και 118Α.
«Εάν είχε ελέγξει και επαναφέρει τις αιχμές 118 στην ευθεία και αν επέβλεπε την κίνηση της αμαξοστοιχίας επικοινωνώντας με τον μηχανοδηγό μέσω ραδιοτηλεφώνου μετά βεβαιότητας, θα αποφευγόταν το σιδηροδρομικό δυστύχημα».
Στον σταθμάρχη, εκτός από το κακούργημα της διατάραξης της ασφάλειας στις συγκοινωνίες, του αποδίδονται οι κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, της βαριάς σωματικής βλάβης από αμέλεια και της απλής σωματικής βλάβης.
Κινδυνεύει μέχρι και με ισόβια.
Πηγή: zougla.gr















