Οι ουσιώδεις αβεβαιότητες και περιορισμοί καθιστούν την ευρεία ή συστηματική χρήση του εμβολιασμού έναντι της ευλογιάς των αιγοπροβάτων (SGP) στην Ελλάδα επιστημονικά και επιχειρησιακά επισφαλή στο παρόν στάδιο απαντά στη σχετική έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) που δημοσιεύτηκε στις 4 Φεβρουαρίου η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς των Αιγοπροβάτων.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς των Αιγοπροβάτων η απουσία εγκεκριμένων εμβολίων στην ΕΕ, η έλλειψη δυνατοτήτων DIVA, τα περιορισμένα και ετερογενή δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας σε ευρωπαϊκές – και ειδικότερα ελληνικές – φυλές, καθώς και οι ενδείξεις πιθανής αποβολής εμβολιακού ιού από ζώντα μειωμένης λοιμογόνου δύναμης εμβόλια, συνιστούν κρίσιμους παράγοντες κινδύνου για την επιτήρηση, το καθεστώς απαλλαγής και την αξιοπιστία των μέτρων εκρίζωσης.
Ακόμα, βλέπει μεθοδολογικούς περιορισμούς της επιδημιολογικής μοντελοποίησης, καθώς και μη πλήρη ευθυγράμμιση της βιβλιογραφικής αναζήτησης με τα επιχειρησιακά ερωτήματα του ενωσιακού πλαισίου εκρίζωσης, καθώς και πρακτικές δυσκολίες εφαρμογής παρατεταμένων περιορισμών μετακίνησης στο ελληνικό παραγωγικό σύστημα, που υποδηλώνουν ότι τα αποτελέσματα της μοντελοποίησης δεν μπορούν να μεταφραστούν άμεσα σε εφαρμόσιμη στρατηγική πολιτικής.
«Υπό το πρίσμα αυτό, ο εμβολιασμός δεν μπορεί επί του παρόντος να θεωρηθεί ώριμο ή ουδέτερο εργαλείο ελέγχου της SGP στην Ελλάδα, ιδίως σε περιβάλλον όπου ο πρωταρχικός στόχος παραμένει η ταχεία εκρίζωση και η διατήρηση ή ανάκτηση καθεστώτος απαλλαγής από τη νόσο. Οποιαδήποτε μελλοντική εξέταση εμβολιαστικών στρατηγικών θα πρέπει να προηγείται από στοχευμένες, καλά σχεδιασμένες δοκιμές πεδίου, προσαρμοσμένες στις τοπικές επιδημιολογικές, γενετικές και διαχειριστικές συνθήκες, καθώς και από σαφή αξιολόγηση των επιπτώσεων στην επιτήρηση, το εμπόριο και την κοινωνικοοικονομική βιωσιμότητα των μέτρων» καταλήγει η επιτροπή.














