Του Αποστόλη Στεφανή

Αν ερευνήσει κανείς σε βάθος χρόνου την περιοχή μας, θα διαπιστώσει ότι οι πλημμύρες στον κάμπο της Καρδίτσας είναι παλιά υπόθεση και ανάγονται στο βαθύ παρελθόν. Ένα παρελθόν βέβαια που μπορούμε να το αποκρυπτογραφήσουμε μόνο από γραπτές πηγές, π.χ. βιβλία μοναστηριών, εφημερίδες των νεότερων εποχών, ή από διηγήσεις παλαιοτέρων ανθρώπων που αποτυπώθηκαν στη μνήμη των απογόνων και μεταδόθηκε και στους σημερινούς ζώντες ανθρώπους. Είναι γνωστό πως κατά τη βυζαντινή εποχή, περί τοιούτων πληροφοριών υπάρχει ΄΄ουδέν΄΄, κατά δε την Τουρκοκρατία υπάρχει ΄΄τίποτε΄΄ με μπόλικο ΄΄ουδέν΄΄. Όταν απελευθερώθηκε η Θεσσαλία, υπήρξαν εφημερίδες αρκετές στην Ελλάδα και κάποιες εφημερίδες στα τότε σύνορα της όπως στον νομό Φθιώτιδας, δηλαδή στη Λαμία. Όμως τις μόνες ειδήσεις που κατέγραφαν από τη σκλαβωμένη Θεσσαλία οι εφημερίδες της Αθήνας, της Λαμίας και άλλων περιοχών, ήταν περί των ληστειών που διαρκώς συνέβαιναν στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. Για τη ζωή των υπόδουλων Θεσσαλών, για εκδηλώσεις και για άλλες δράσεις τους, τηρούνταν απόλυτη σιγή. Επί Τουρκοκρατίας στη Θεσσαλία δεν εκδίδονταν εφημερίδες από τους Τούρκους, ούτε βέβαια από τους Έλληνες κολίγους. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, όλες οι Θεσσαλικές πόλεις εξέδωσαν εφημερίδες, μεταξύ αυτών και η Καρδίτσα. Όμως είτε λόγω της ανέχειας, είτε λόγω των πολέμων, είτε για πολλούς και διάφορους άλλους λόγους, εφημερίδες στον νομό μας δεν υπάρχουν (σχεδόν καθόλου) από το έτος 1895 και μέχρι το 1924 περίπου. Το 1924 κυκλοφόρησε η ‘’Θεσσαλική Φωνή’’ και αργότερα ακολούθησαν και άλλες εφημερίδες. Πληροφορίες γι’ αυτήν τη σκοτεινή εποχή βρίσκει κανείς είτε από τις δικές μας (ελάχιστα φύλλα), είτε από εφημερίδες γειτονικών νομών, είτε των Αθηνών, είτε βέβαια από διηγήσεις παλαιοτέρων, όπως η παρακάτω: Ενθυμούνται οι ημέτεροι συμπολίτες ότι το έτος 1854 έγινε μεγάλη πλημμύρα και κατέπνιξε τη Θεσσαλία. Από τις λιγοστές πηγές μπορούμε να πούμε πως πλημμύρες είχαμε στην περιοχή μας και στην πόλη μας τα έτη 1854, 1883, 1904, 1919, 1920, 1924, 1925, 1928, 1929, 1930, 1933, 1935, 1937, 1938, 1940, 1941, 1946, 1947. Μετά το 1947 δεν έγινε περαιτέρω έρευνα. Πάντως το έτος 2020 σίγουρα έγινε!

Ζωντανή περιγραφή της πλημμύρας της Καρδίτσας

9 Ιανουαρίου. Εφημερίς Τύπος Βόλου, του ανταποκριτού μας. Πλημμύρα, πλημμύρα! Έχετε δει την εικόνα του Άχενμβαχ ‘’η πλημμύρα’’ στην πινακοθήκη του Μονάχου, έχετε διαβάσει την ‘’Πλημμύρα της Δρέσδης’’ του Γ. Μπόρμαν, έχετε επισκεφτεί τη Βενετία; Εάν δεν έχετε, λυπούμαι πολύ, διότι δεν μπορείτε να φαντασθείτε τί ήτο η πόλη μας χθες το βράδυ. Μια βροχή, της οποίας τη δύναμη και την αφθονία μπορεί να φαντασθεί μόνο εκείνος, τον οποίο έτυχε να ραντίσει άλλοτε η τρόμπα του Μπαϊρακτάρη. Η βροχή άρχισε να ‘’δέρνει’’ την πόλη από τις 4 μετά μεσημβρινής ώρας. Στις 9 το βράδυ κυκλοφόρησε η απαίσια είδηση ότι η συγκοινωνία στην πόλη διακόπηκε.

Το ύψος του νερού

Το νερό έφτασε το ύψος μιας πήχεως (75 εκατοστά περίπου) και περιέτρεχε ορμητικά όλη την Καρδίτσα. Οι οδοί ήταν –πρόκειται περί κυριολεξίας- όπως τα βενετσιάνικα κανάλια. Στις 10 το βράδυ άρχισαν πυροβολισμοί και φωνές τρομαγμένες ‘’πνιγήκαμε, πνιγήκαμε’’ ακούγονταν από όλες τις συνοικίες. Το νερό πλέον είχε υψωθεί περισσότερο από ένα μέτρο και εξεβίαζε (πίεζε) όλες τις θύρες των οικιών, στα κατώφλια των οποίων οι νοικοκυραίοι με τενεκέδες στα χέρια προσπαθούσαν να αποκρούσουν τον κίνδυνο της εισβολής. Όπου και να έστρεφε κανείς το μάτι του έβλεπε φαναράκια που αντανακλούσαν το φως επάνω στο νερό. Δεν επρόκειτο δυστυχώς για γόνδολες, ούτε είχαμε επισκεφτεί τη Βενετία!

Ο τρόμος των νοικοκυραίων

Υπήρχε μεγάλη κινητικότητα. Τρομαγμένοι οικογενειάρχες μετοικούσαν σε φιλικές οικογένειες. Ήταν φορτωμένοι με τα παιδιά τους και με λίγα έπιπλα. Έφιπποι χωροφύλακες και στρατιώτες περιέτρεχαν την πόλη εν καλπασμώ (καλπάζοντας) και άλλοι, έφιπποι πολίτες, μετέβαιναν να σώσουν συγγενείς τους που κινδύνευαν. Η βροχή, εν τω μεταξύ, εξακολουθούσε να πέφτει με την ίδια ένταση και επιμονή. Κάποια στιγμή κρότοι υπόκωφοι ακούστηκαν. Καταρρέοντες πλινθότοιχοι επέτεινον (ενίσχυσαν) την αγωνία της αναμενόμενης καταστροφής. Φωνές τρόμου και γοερές επικλήσεις (έντονες θρηνητικές εκκλήσεις σε βοήθεια) διασταυρούμενες διασκόρπιζαν τον πανικό στον πληθυσμό που ήταν ή βάδιζε μέσα στα νερά. Τρομαγμένοι άνθρωποι βάδιζαν άλλοι μέσα στο νερό και άλλοι μεταφέρονταν επάνω σε άλογα και κάρρα σε ασφαλέστερα μέρη. Τα αλλοιωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και οι διεσταλμένοι οφθαλμοί ενέφαιναν (φανέρωναν) τον τρόμο από το σκοτάδι και από τον κίνδυνο. Περάσαμε όλοι μια νύκτα λευκή, με την αβεβαιότητα του αγνώστου.

Εξημέρωσε

Με το ξημέρωμα η βροχή δεν σταμάτησε, ούτε οι δρόμοι έπαυσαν να παρουσιάζουν το θέαμα ποταμών, ούτε των καναλιών της Βενετίας. Παρ’ όλα αυτά ο μισός πληθυσμός της πόλης, αυτός που αγρύπνησε όλη τη νύκτα, έτρεχε καταμουσκεμένος επάνω σε άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κάρρα για να μάθει για την υγεία των συγγενών του και για το τί απέγινε το σπίτι του. Ευτυχώς, μια φωνή διασταυρώνονταν από παντού. Έλεγε, ‘’Όλοι σώοι!’’. Αρκετοί τοίχοι οικιών κατέπεσαν, έπιπλα παρασύρθηκαν και οικιακές οικονομίες ναυάγησαν. Οι άνθρωποι έσπευσαν εγκαίρως να σωθούν λόγω της πικρής πείρας των προηγουμένων πλημμυρών. Το βενετσιάνικο θέματα κράτησε μέχρι στις 10 το πρωί, όταν και άρχισαν να αποσύρονται τα ύδατα, ένα θέαμα μοναδικό, ένα θέαμα άγριο και μεγαλοπρεπές. Ολόκληρη η πόλη πνιγμένη στο νερό, με τις περισσότερες οικίες να μοιάζουν με παραθαλάσσιες επαύλεις.

Ούτε η πρώτη φορά, ούτε η τελευταία

Ας μην λυπούνται όμως μερικοί ρομαντικοί, διότι τάχα απουσιάζουν και δεν απήλαυσαν το υπέροχο αυτό θέαμα. Η Καρδίτσα δεν είναι η πρώτη φορά που πνίγεται, ούτε υπάρχει φόβος να παύσει να πνίγεται και στο μέλλον. Δεν είναι ανάγκη αν ανοίξουν οι καταρράκτες του ουρανού για να ξαναπάθει τη σημερινή συμφορά, καθόσον αρκεί για να συμβεί πλημμύρα και λίγο νερό της βροχής και βέβαια η δημοτική αβελτηρία (απρονοησία, νωθρότητα, αστοχασιά, απερισκεψία). Κάποιες λίγες δεκάδες χιλιάδες δραχμές ξοδεύονται από τη δημοτική περιουσία κάθε χρόνο προς κατασκευή δήθεν αντιπλημμυρικών έργων και θα εξακολουθήσουν εξ ίσου ‘’αποτελεσματικά’’ να καταναλίσκονται και στο μέλλον, μέχρις ότου ή το χρήμα καταπλημμυρίσει τα θυλάκια των αρμοδίων ή το ύδωρ καταπλημμυρίσει την πόλη και τους πολίτες της, πνίγοντας συγχρόνως και τους τόσο φιλοπόλιδας (φίλους της πόλης) δημοτικούς άρχοντες, αφού (οι πολίτες) την ύπαρξη της πόλης παρέδωσαν μοιρολατρικά και για μια ολόκληρη οκταετία στη διοίκηση τέτοιων ατόμων (Αιρετός Δήμαρχος ο Στέργιος Χρ. Λάππας, από 1899 έως 1907). Αυτό θα είναι το τελευταίον, αλλά το μεγαλοπρεπέστερο θέαμα!.