Ιδιαίτερη η σημερινή ημέρα για την ορθοδοξία και ολόκληρο τον ελληνισμό, καθώς η εκκλησία μας γιορτάζει την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Τιμά την μητέρα του ιδρυτού της Εκκλησίας μας, σεμνύνεται μπροστά στην παναγία μορφή της Θεοτόκου Μαρίας, της μεσίτριας του κόσμου της γλυκιάς μητέρας όλων των Χριστιανών.

Οι κάτοικοι του Νομού Καρδίτσας με πίστη και ευλάβεια προσέρχονται σήμερα στα προσκυνήματα της περιοχής μας, που είναι και πολλά, και σπουδαία για να τιμήσουν την Παναγία και να απευθύνουν ελπίδες, προσδοκίες και προβλήματα στη χάρη της. Εξάλλου άπειρα είναι τα επίθετα με τα οποία ο απλός άνθρωπος προσπαθεί να αγγίζει το μεγαλείο της Πλατυτέρας των ουρανών. Ας θυμηθούμε μερικά: Αειπάρθενος, Άμωμος, Πανάμωμος, Άχραντος, Απειρόγαμος, Αμόλυντος, Άσπιλος, Ρόδον Αμάραντον, Υπέρμαχος, Όρος Αλατομητον, Έμψυχος Τράπεζα κ.α.

Δεν υπάρχει πρόσωπο στον κόσμο που να έχει υμνηθεί όσο η Θεοτόκος. Ιδιαίτερη τιμή απονέμει προς τη Θεοτόκο ο ορθόδοξος ελληνικός λαός, του οποίου η ιστορία είναι συνδεδεμένη με την Παναγία ήδη από τα Βυζαντινά χρόνια. Πράγματι, η Παναγία πολλές φορές έχει προστατέψει το ελληνικό έθνος από τους άθεους επιδρομείς και γι’ αυτό τιμάται ως «υπερμάχος στρατηγός». Ταυτόχρονα όμως όλοι τη νιώθουμε σαν τη Μεγάλη Μητέρα, την Πλατυτέρα των Ουρανών, που αγκαλιάζει με στοργή όλο τον κόσμο και προς την οποία απευθυνόμαστε με την οικειότητα που μιλάμε στη φυσική μας μητέρα. Και είναι σίγουρο ότι «ουδείς προστρέχον προς Αυτήν κατησχυμένος απ’ Αυτής εκπορεύεται» όπως λέει το τροπάριο. Αξίζει με την ευκαιρία της μεγάλης ημέρας να παρουσιάσουμε τα προσκυνήματα του Νομού μας που είναι αφιερωμένα στη Θεοτόκο.

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΠΗΛΙΑΣ

Η ονομαστή Ιερά Μονή Σπηλιάς υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων. Είναι κτισμένη στην εξοχή ενός βράχου σε υψόμετρο 800 μέτρων και δεσπόζει στο άγριο Αργιθεάτικο τοπίο. Είναι σαν να έχει κρεμαστεί πάνω από τον απότομο βράχο και προκαλεί δέος στον προσκυνητή.

Η Μονή Σπηλιάς έπαιξε σημαντικό ρόλο στους αγώνες του 1821. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης έκανε συχνά πολεμικές συσκέψεις και συμβούλια στην Ιερά Μονή αφού η θέση της είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Στο χώρο της Ιεράς Μονής συναντούμε δύο ναούς. Ο μικρότερος και παλαιότερος είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ο μεγαλύτερος που είναι το καθολικό της Μονής τιμάται στη μνήμη της Ζωοδόχου Πηγής. Ο μικρός ναός πρέπει να κτίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα και να τοιχογραφήθηκε στις αρχές του 17ου ενώ το καθολικό κτίσθηκε στα 1736 και αγιογραφήθηκε λίγο αργότερα.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΛΕΚΗΤΗΣ

Η ιερά Μονή της Παναγίας Πελεκητής το πανέμορφο μεταβυζαντινό μνημείο με τη μοναδική και αξιολογότατη αρχιτεκτονική, βρίσκεται κτισμένη εδώ και 480 χρόνια σε μια απόκρημνη βραχώδη πλαγιά των Αγράφων σε υψόμετρο 1.400μ, κάτω από την κορυφή του Καραμανώλη(1600μ.) και απέναντι από τις βουνοκορφές Βουτσικάκι(2150μ.), Μπουρλέρο(2015μ.) και Αράπη(1700μ.), σε απόσταση δύο χιλιόμετρων βορειοδυτικά του γραφικού και φιλόξενου χωριού Καρίτσα που είναι κτισμένη σε υψόμετρο 1180μ.

Η ιστορία της ιεράς μονής Παναγίας Πελεκητής, είναι στενά συνυφασμένη με την ιστορία του χωριού με την ιδιαίτερη φυσική ομορφιά Καρίτσα, ενός χωριού που είναι κτισμένο πάνω σε μια υπέροχη πλαγιά με θέα την λίμνη Πλαστήρα, μέσα στα έλατα και τα πλατάνια, με τους εντυπωσιακούς διάσπαρτους οικισμούς, του Πλακωτού, της Ραφήνας και των Παϊσέικων.

Οι Καριτσιώτες συμμετείχαν στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του τόπου μας και το χωριό τους πλήρωσε πολύ ακριβό τίμημα με τα ολοκαυτώματα του 1823 από τους Τουρκαρβανίτες και του 1943 από τους φασίστες Γερμανούς κατακτητές. Η σχέση των κατοίκων του χωριού και των μοναχών της Μονής ήταν δυνατή και αμφίδρομη. Σημαντικός υπήρξε ο αγώνας των Μοναχών για την απελευθέρωση της Καρίτσας από τους Τούρκους το 1830. Εντύπωση προκαλεί το παρακάτω περιστατικό.

Μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους το 1931 η Καρίτσα και ο Μπελεκομύτης βρέθηκαν εκτός των ελληνικών συνόρων, γιατί τα σύνορα καθορίστηκαν επί του Καριτσιώτη ποταμού ενώ αυτά τα δύο χωριά είναι μετά το ποτάμι. Τότε έγινε το εξής σημαντικό γεγονός που έμεινε στην ιστορία, οι μοναχοί μαζί με τους κατοίκους των δυο χωριών μετακίνησαν αυθαίρετα τα σύνορα και τα τοποθέτησαν μετά από το μοναστήρι στο οροπέδιο του Καραμανώλη.

Μεγάλη ήταν επίσης η αίγλη της ιεράς μονής Παναγίας Πελεκητής κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Αναγνωρίσθηκε ως Σταυροπηγιακή Μονή το 1606 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ραφαήλ Β΄. Μέσα στη Μονή με τα λαξευμένα κελιά στους βράχους, διατεταγμένα σε τέσσερα επίπεδα όπου οι μοναχοί ζούσαν και λειτουργούσαν το Μοναστήρι, υπήρχε ακόμη και κρυφό σχολείο. Την επωνυμία «Πελεκητή» η ιερά Μονή την οφείλει στο βράχο επάνω στον οποίο είναι κτισμένη, που κατά την παράδοση πελεκίσθηκε με ξύλινα εργαλεία, μετά από υπόδειξη της Θεοτόκου στους τεχνίτες της.

Σύμφωνα με την παράδοση η Παναγία υπέδειξε ακόμη και τον τρόπο οικοδόμησης αφού παρουσιάστηκε στο όνειρο του πρωτομάστορα λέγοντας: «Θα πελεκήσεις το βράχο με το κοπίδι και θα φτιάξεις μια εκκλησία την οποία θα ονομάσεις Παναγία Πελεκητή». Όταν ξεκίνησε το συνεργείο να χτίζει, είχαν πολλά προβλήματα λόγω έλλειψης νερού. Τότε πάλι σύμφωνα με την παράδοση, ξαναπαρουσιάστηκε η Παναγία και τους είπε: «Σηκώστε εδώ αυτήν την πλάκα και θα βρείτε νερό». Και πρά- γματι έτσι έγινε, βρέθηκε νερό εκεί που σήμερα υπάρχει το πηγάδι.

Σύμφωνα πάλι με την παράδοση της περιοχής λέγεται ότι ο πρωτομάστορας έπεσε από την στέγη του Μοναστηριού στη χαράδρα που βρίσκεται ακριβώς κάτω από αυτό, αλλά τελικά βρέθηκε χωρίς να πάθει το παραμικρό, μετά από τη σωτήρια επέμβαση της Παναγίας της «Πελεκητής».

Η Ιερά μονή αρχικά ήταν γνωστή σαν «Μονή Αναλήψεως του Χριστού», αργότερα σαν «Παναγία Φανερωμένη» και τέλος επικράτησε το όνομα «Παναγία Πελεκητή». Το Καθολικό είναι ο κεντρικός και αρχαιότερος Ναός, αφιερωμένος στην Ανάληψη του Κυρίου. Είναι μονόκλιτη βασιλική με νάρθηκα, στεγασμένη με κυλινδρική καμάρα, με ενισχυτικό τόξο στο μέσο. Σύμφωνα με σχετική επιγραφή που υπάρχει εντός του Ναού, αγιογραφήθηκε το 1654 από τους αγιογράφους Ιωάννη, Νικόλαο Ιερέα και Ιάκωβο Ιερομόναχο.

Ο δεύτερος Ναός είναι αφιερωμένος στην Παναγία Φανερωμένη. Είναι αθωνικού ρυθμού, με τρούλο και πλευρικούς χορούς, χωρίς εσωτερικούς κίονες. Οι τοιχογραφίες, όπως προκύπτει από σχετική επιγραφή που υπάρχει επάνω από τη θύρα εισόδου, ιστορήθηκαν το 1666 . Ανιστορήθηκαν το 1674 από τους αγιογράφους Ιάκωβο και το γιο του Δημήτριο. Γνωστή είναι η μικρή αλλά θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Πελεκητής στην οποία έχει ζωγραφιστεί η Παναγία με το Χριστό στην αγκαλιά της. Η εικόνα δυστυχώς εκλάπη και αναζητείται για να επιστραφεί στη φυσική της θέση που είναι το μοναστήρι.

Το Μοναστήρι διακοσμήθηκε με θαυμάσιες βυζαντινές τοιχογραφίες υψηλής τέχνης, με αυστηρές μορφές και ζωηρά χρώματα. Είναι θαυμαστές κυρίως για την αδρή εκφραστικότητα των αγίων που εικονίζονται. Ιδιαίτερα αξιόλογο για τη διακοσμητική του αρμονία είναι και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του. Το Μοναστήρι για την περίτεχνη κατασκευή του και την ένδοξη ιστορία του, έχει ανακηρυχθεί «Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο».

Ι.Μ. ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ

Τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της κοινότητας Καταφυγίου και στο δρόμο που οδηγεί από το Καταφύγι προς τον συνοικισμό Αγίου Αθανασίου Λαμπερού συναντάμε το ιστορικό και μεγαλόπρεπο μοναστήρι της Πέτρας. Πήρε το όνομά του από το βράχο που στο ΒΑ στήθωμά του δημιουργεί μεγάλη σπηλιά, όπου σύμφωνα με την τοπική παράδοση βρέθηκε από βοσκούς η εικόνα της Παναγίας.

Η Ι.Μ. Πέτρας συμπληρώνει 400 χρόνια όπως μας πληροφορεί αποτύπωμα σφραγίδας της μονής που υπάρχει στο υπ αριθμόν 133 χειρόγραφο κώδικα της Μονής του Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων. Το καθολικό του ναού ανήκει στον τετρακίονο αθωνίτικου τύπου με χορούς και νάρθηκα στη δυτική πλευρά. Πάνω από το νάρθηκα υπάρχει δεύτερος όροφος ο οποίος διαιρείται σε δύο μέρη: ένα είναι γνωστό ως “κρυφό σχολειό” και το άλλο είναι διαμορφωμένο σε παρεκκλήσι. Νότια του νάρθηκα προσκολλήθηκε λίγο αργότερα το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα με ενδιαφέρουσα Αγία Τράπεζα (υστερορωμαϊκών χρόνων). Η μονή ερημώθηκε στις αρχές του αιώνα μας και επαναλειτούργησε στη δεκαετία του 1920 – 30 με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ. Το 1968 μια άστοχη ενέργεια συντέλεσε στην καταστροφή των 80 περίπου κελιών που ήταν διώροφα κι έφεραν και υπόγεια που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες – εργαστήρια.

Εκτός από τα κελιά η μονή είχε περίβολο μήκους περίπου 50μ. και πλάτους 53μ. πύργο με καταχύστρες και στην ανατολική πλευρά πυλώνα τοξωτό.

Ι.Μ. ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΡΕΝΤΙΝΑΣ

Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό και τιμάται στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και του Βασιλείου Αγκύρας του οποίου η κάρα φυλάσσεται στο μοναστήρι. Το καθολικό είναι ναός αγιορίτικου τύπου με τρούλο, νάρθηκα και δύο παρεκκλήσια στα βόρεια και νότια. Χτίστηκε το 1579 και ανακαινίσθηκε το 1640.

Οι τοιχογραφίες που υπάρχουν στον κυρίως ναό χρονολογούνται το 1662 ενώ του νάρθηκα το 1676 κι έγιναν από τον ίδιο ζωγράφο, τον Ιωάννη. Το βόρειο παρεκκλήσι ζωγραφίστηκε στα 1743. Παλαιά τέμπλα υπάρχουν και στο ναό και στα παρεκκλήσια, ενώ οι σημαντικότερες εικόνες φυλάσσονται στη συλλογή του χωριού.

Το ναό περιστοιχίζει ψηλός περίβολος με δύο πτέρυγες κελιών ανατολικά και δυτικά. Στη δυτική υπάρχει και τοιχογραφημένο παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού. Κατά την περιγραφή του Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ, η Μονή αποτελείται από «μέγα τετράπλευρο (υψηλό περίβολο) στο μέσο του οποίου υπάρχει περικαλλής Ναός, που έχει στα δεξιά του Νάρθηκα, δύο παρεκκλήσια των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και Αγίου Νικολάου και του Τιμίου Προδρόμου, ενώ αριθμούσε περισσότερα από 50 κελλιά».

Σήμερα, από τις τέσσερις πτέρυγες κελλιών, σώζονται μόνο η ανατολική και η δυτική. Το Καθολικό είναι περικαλλής Ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αθωνικού τύπου, με τρούλο. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο, χρυσοποίκιλτο, υψηλής τέχνης. Οι τοιχογραφίες του κυρίως Ναού χρονολογούνται το 1662, ενώ του Νάρθηκα το 1676. Ιστορήθηκαν «δια χειρός Ιωάννου αγιογράφου επί Ηγουμένου Θεωνά Ιερομονάχου». Η συμμορία του ιερόσυλου Σαραντόπολου το Πάσχα του 1973 χτύπησε και το μοναστήρι της Ρεντίνας αφαιρώντας τις εικόνες του τέμπλου.

Η Ι. ΜΟΝΗ ΚΟΡΩΝΗΣ

Στην ανατολική πλευρά της λίμνης Πλαστήρα σε απόσταση 22 περίπου χιλιομέτρων από το ομώνυμο φράγμα, και σε υψόμετρο 800 μ. περίπου, στέκει αιώνες τώρα, το Μοναστήρι της Παναγιάς της Κορώνας.

Το μοναστήρι πήρε την ονομασία του από την τοποθεσία που βρίσκεται, σαν Κορώνα δηλαδή, στέφει τον εύφορο κάμπο της Θεσσαλικής γης. Η Μονή χτίστηκε πάνω στα ερείπια αρχαίου ειδωλολατρικού ναού, από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό Β, στις αρχές του 12ου αιώνα (1123 μ.Χ.), και αφιερώθηκε στη γέννηση της Παναγίας, όταν βρέθηκε με θαυμαστό τρόπο η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Κορώνης, στον τόπο που σήμερα υπάρχει το παρεκκλήσι της Παναγίας των Αγγέλων.

Οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Θ΄ ο Ιερομνήμων (1111-1134), Λέων Στυππής (1134-1143) και Μιχαήλ Β ο Κουρκουνάς (1143-1146) με πατριαρχικά σιγίλια αναγνώρισαν την Μονή σαν Πατριαρχικό Σταυροπήγιο. Στις αρχές του 16ου αιώνα, το Μοναστήρι ξανακτίζεται από τον Παναγιώτη Κωσκουλά, τον κτήτορα πολλών Μοναστηριών της περιοχής.

Σήμερα, από το Μοναστήρι του 16ου αιώνα, υπάρχει το καθολικό, το οποίο είναι αφιερωμένο στο Γενέθλιον της Θεοτόκου, ανήκει στον αθωνικό τύπο και διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Μονή λειτούργησε Σχολή του Γένους στην οποία δίδαξαν προσωπικότητες της εποχής, όπως Αναστάσιος Γόρδιος, ενώ σε περιόδους Τουρκικών πιέσεων λειτούργησε το Κρυφό Σχολειό. Στην Ιερά Μονή, στα μέσα περίπου του 16ου αιώνα, έρχεται για να μονάσει ο Άγιος Σεραφείμ, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου, ο οποίος υπέστη φρικτά βασανιστήρια και βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τους Τούρκους, στις 4 Δεκεμβρίου του 1601, στην έδρα της επισκοπής του στο Φανάρι Καρδίτσας. Η τύχη του σώματος του είναι άγνωστη, η Αγία Κάρα του όμως φυλάσσεται στην Μονή Κορώνης, της οποίας παραμένει προστάτης και πολιούχος.

Όμως οι εθνικές περιπέτειες των νεωτέρων χρόνων δεν άφησαν απείρακτο το Μοναστήρι. Στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής είναι κέντρο εθνικής αντίστασης, για αυτό και οι Ναζί την παραμονή της εορτής του Αγίου Σεραφείμ (3/12/1943), το παραδίδουν στις φλόγες. Στις 6/12, κάτοικοι του Μεσενικόλα πάνε στο Μοναστήρι και στο κέντρο του Καθολικού βρίσκουν βιβλία και στασίδια κάρβουνο. Ανάμεσά τους την Εικόνα της Παναγίας της Παμμακάριστου, την οποία είχαν ρίξει στη φωτιά. Αυτή στέκει απείρακτη από τις φλόγες, με μόνη μαρτυρία το φουσκάλιασμα του χρυσού του φόντου. Απείρακτο και το ξυλόγλυπτο τέμπλο και τα ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια.

Το Καθολικό, ο κεντρικός δηλαδή ναός της Μονής, είναι αφιερωμένος στο Γενέθλιον της Θεοτόκου, είναι τρίκογχος και αγιογραφήθηκε τον 16ο αιώνα με έξοδα του τοπικού προύχοντα Ανδρέα Μπούνου από από κάποιο μοναχό ονομαζόμενο «άζευκτο» Δανιήλ. Αρχιτεκτονικά ανήκει στον τετρακιόνιο αθωνικό τύπο και διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Στην δυτική πλευρά του κυρίως Ναού, εικονίζεται Ανδρέας Μπούνος να προσφέρει τον Ναό στην ένθρονη Θεοτόκο. Ο αγιογράφος του Καθολικού μοναχός Δανιήλ, ακολουθεί την Κρητική Σχολή, και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στα πρόσωπα και στην πτυχολογία των ενδυμάτων. Όλος ο χώρος είναι αγιογραφημένος από τον τρούλο μέχρι το δάπεδο και μεταξύ των αγιογραφιών που διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους είναι ενταφιασμός της Θεοτόκου (πάνω από τον κίονα του κυρίως Ναού) και απεικόνιση φορητής Εικόνας με τίτλο « Επίσκεψις» που εικονίζει την Θεοτόκο να κάθεται κάτω οκλαδόν και να παίζει με τον Χριστό, στην λιτή, και τοιχογραφία της Σφαγής των Νηπίων, τοιχογραφία με έντονη κίνηση και υπερβάλλον δραματικά στοιχείο.

Οι εικόνες των Οικουμενικών Συνόδων, και τα στηθάρια Ιεραρχών στο διακονικό, δίνουν την σφραγίδα του καλλιτέχνη. Επίσης εικόνα του κτήτορα είναι ιδιαιτέρως άξια λόγου, γιατί μας δίνει πολλά ενδυματολογικά στοιχεία της εποχής. Το έργο ολοκληρώθηκε στα 1587, όπως αναφέρεται στην σχετική επιγραφή του κυρίως Ναού, που βρίσκεται κάτω από την απεικόνιση του κτήτορα.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

Είναι το κοντινότερο μοναστήρι στην πεδινή ζώνη μετά την «Κόκκινη Εκκλησιά». Σε απόσταση αναπνοής από το Καλλιφώνι είναι εύκολη η πρόσβαση για κάθε πιστό.

Στο αλσύλιο που υπάρχει σήμερα πριν από το 1840 εμφανίστηκε σε ένα βουκόλο όχι μόνο μια φορά αλλά τουλάχιστον τρεις με συνέπεια να πειστούν οι πάντες για τη θέληση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η ίδια η Θεοτόκος στη συνέχεια έως μια αφανής οικονόμος δρομολόγησε τις λύσεις για να πάρει «σάρκα και οστά» το έργο και να υμνείται το Πανάγιο όνομά της εις τους αιώνας. Το μοναστήρι στους πρώτους χρόνους αγιογραφήθηκε από κάποιον Ιωάννη χωρίς να υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του.

Το μοναστήρι της Παναγίας της Φανερωμένης στο Καλλιφώνι γνώριζε μέρες δόξας αλλα΄και περιπετειών, εξαιτίας της παρουσίας ανθρώπων αδυνάτων να ανταποκριθούν στην υψηλή αποστολή του μοναχού και του κληρικού. Τώρα όμως ανατέλλουν καλύτερες ημέρες. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πόλος έλξης και τόπος προσευχής. Τέλος ναοί αφιερωμένοι στην Κοίμηση της Θεοτόκου υπάρχουν στην Καρδίτσα (Α’ Νεκροταφείο), στην Αστρίτσα, στα Φάρσαλα, στο Σταυρό (Παναγία Δεμερλιώτισσα), στο Μεσοβούνι, στα Ελληνικά, στη Μεταμόρφωση, το Πετροχώρι, το Δροσάτο, την Πορτίτσα, το Μορφοβούνι, το Μεσενικόλα, την Πεζούλα, τον Κέδρο, το Παλιούρι , την Παλιαπιδιά στα όρια των Δ.Δ. Απιδιάς – Μολόχας, το Βαθύλακκο, τον Αμάραντο, τα Κανάλια, τα Γιαννουσέικα, το Μουζάκι, το Ροπωτό, την Κρυοπηγή, το Ρούσσο, το Σταυρό και το Προάστιο Καρδίτσας.