Στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Λάρισας ενώπιον του οποίου εκδικάζεται η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών με τους 57 νεκρούς στρέφεται στρέφονται και πάλι από σήμερα οι προβολείς της δημοσιότητας.

Ένας μήνας μεσολάβησε από την τελευταία συνεδρίαση που διακόπηκε προκειμένου πραγματοποιηθούν εργασίες ανακατασκευής και επέκτασης της δικαστικής αίθουσας στο συνεδριακό κέντρο «Γαιόπολις» για να ικανοποιούν τις ανάγκες διεξαγωγής της εμβληματικής αυτής δίκης. Ετσι με βάση τις τεχνικές παρεμβάσεις αυξήθηκαν κατά 100 οι θέσεις, ενώ ο χώρος του ακροατηρίου, που αρχικά καταλάμβανε έκταση 452,01 τ.μ., μεγάλωσε κατά 109,57 τ.μ., όπου έχουν εγκατασταθεί οθόνες και θέσεις κοινού.

Ωστόσο παρά τις αλλαγές αυτές , οι διαμαρτυρίες από τους συγγενείς των θυμάτων συνεχίζονται. Στη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε τη Δευτέρα ο σύλλογος συγγενών θυμάτων, ο Παύλος Ασλανίδης και η Ελένη Βασάρα χαρακτήρισαν εντελώς ακατάλληλη την αίθουσα λέγοντας πως δεν είναι δυνατόν να παρακολουθούν τη διαδικασία από οθόνες εκτός της κύριας αίθουσας.

Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας που ξεκίνησε στις 23 Μαρτίου, βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο δικονομικό στάδιο, καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί το στάδιο των ενστάσεων που προβάλλει η υπεράσπιση των κατηγορουμένων στις δηλώσεις προς υποστήριξη της κατηγορίας των Δικηγορικών Συλλόγων και της Πανελλήνιας Ένωσης Προσωπικού Έλξης, ενώ από συνήγορο υπεράσπισης κατηγορούμενου προαναγγέλθηκε και ένσταση κατά της υποστήριξης της κατηγορίας από τους συγγενείς των θυμάτων.

Πάντως στο επίκεντρο καί των δύο πλευρών αναμένεται να βρεθεί η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας που έχει δηλώσει το Ελληνικό Δημόσιο. Όπως είναι γνωστό το ελληνικό δημόσιο δεν στρέφεται σε βάρος όλων των κατηγορουμένων, δηλαδή των 36 μη πολιτικών προσώπων, αλλά μόνο κατά τεσσάρων εξ αυτών, των τριών σταθμαρχών της Λάρισας και του επιθεωρητή προϊσταμένου τους.

«Οι κατηγορούμενοι, ενώ όφειλαν να ενεργούν με τη δέουσα επιμέλεια για την ασφαλή καθοδήγηση των αμαξοστοιχιών, προέβησαν σε πράξεις και παραλείψεις που οδήγησαν αιτιωδώς στη σύγκρουση. Συνεπώς, αποτελούν τον βασικό αυτουργικό πυρήνα του αδικήματος, από το οποίο προέκυψε βλάβη του ελληνικού Δημοσίου», είχαν αναφέρει μεταξύ άλλων οι δικηγόροι του Δημοσίου. Ωστόσο ,ο διαχωρισμός αυτός των κατηγορουμένων παραπέμπει, όπως λένε παράγοντες της δίκης, στο κυβερνητικό αφήγημα περί ανθρώπινου λάθους. Και ως εκ τούτου προκάλεσε αντιδράσεις όχι μόνο από την πλευρά της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, αλλά και από τους δικηγόρους των συγγενών των θυμάτων οι οποίοι προτίθενται να αντιλέξουν και να προβάλουν αντιρρήσεις.

Ήδη, ο συνήγορος υπεράσπισης του επιθεωρητή των σταθμαρχών, Θέμης Σοφός εξέφρασε έντονες διαμαρτυρίες .

Αλλά και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία εκπροσωπεί συγγενείς θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας, προανήγγειλε ότι θα προβάλει ένσταση κατά της υποστήριξης της κατηγορίας από το Δημόσιο, επειδή σε άλλες δίκες, όπως σε εκείνη των «χαμένων» βίντεο και σε εκείνη των στελεχών της Εθνικής αρχής Διαφάνειας για τη σύμβαση 717 της ΕΡΓΟΣΕ, το Δημόσιο δεν παρέστη κατά των κατηγορουμένων. Επιπλέον, εξέφρασε αντιρρήσεις για την επιλογή του Δημοσιου να στραφεί μόνο κατά των τεσσάρων σταθμαρχών. «Η παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως διατυπώθηκε, συνιστά ευθεία παρέμβαση στη δίκη. Καταβάλλεται προσπάθεια να στοχοποιηθούν τέσσερις εκ των κατηγορούμενων. Διεξάγεται μια οργιώδης προσπάθεια προκειμένου να τη γλυτώσουν κατηγορούμενοι που συνδέονται με τη κυβέρνηση και προστατεύονται από αυτή», υποστηρίζει η Ζωή Κωνσταντοπούλου.

Επί των ενστάσεων αυτών αφού ακουστούν όλες οι πλευρές και διατυπωθούν τα επιχειρήματα, οι δικαστές θα εκδώσουν την απόφαση τους. Όσο για την ώρα που θα κληθεί ο πρώτος μάρτυρας να καταθέσει θα απαιτηθούν, όπως όλα δείχνουν, πολλές συνεδριάσεις.

Σε όλα τα στάδια της δίκης όμως το διακύβευμα είναι η τιμωρία των υπευθύνων με όρους δίκαιης δίκης .